Αντιφασιστική Φρουρά | Τεύχος 72 | ΦΕΒ 2026
Η 28η Φεβρουαρίου αποτελεί τη θλιβερή επέτειο του εγκλήματος των Τεμπών. Στις 23/2 ξεκινά η δίκη στη Λάρισα και το Σάββατο 28/2 έχει προκηρυχτεί απεργία από ΑΔΕΔΥ και Εργατικά Κέντρα Αθήνας – Πειραιά, ενώ συλλαλητήριο θα γίνει στην πλατεία Συντάγματος από τον Σύλλογο Συγγενών Θυμάτων αλλά και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας (Θεσσαλονίκη, Λάρισα κλπ).
Πέρυσι το συλλαλητήριο της 26ης Ιανουαρίου από τον Σύλλογο Συγγενών Θυμάτων με κεντρικό σύνθημα «Δεν έχω οξυγόνο» (σ.σ. που παρέπεμπε στο «I can’t breathe» της δολοφονίας Φλόιντ από τους μπάτσους στη Μινεάπολη) εμφάνιζε για άλλη μια φορά μετά το 2023 τη δυνατότητα δημιουργίας ενός μαζικού πολιτικού κινήματος για την ανατροπή της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Ένα χρόνο μετά και η κίνηση Καρυστιανού έχει προκαλέσει μεγαλύτερη σύγχυση στο κίνημα παρά πρόταση διεξόδου.
Η Καρυστιανού προέρχεται από δεξιό προσωπικό περιβάλλον και προσωπική πορεία αλλά αυτό δεν αρκεί να περιγράψει τα πρώτα δείγματα παρέμβασης. Είναι φανερό πως έχει επιλέξει να στηριχθεί σε ένα δεξιό πολιτικό δυναμικό και να αναμοχλεύει συνθήματα και προτάσεις από τον συντηρητικό, μικροαστικό χώρο. Δεν έχει νόημα ούτε να μπαίνουμε σε συγκεκριμένη αποδόμηση των λεγομένων της για τα «εθνικά», το «μεταναστευτικό» και τις «αμβλώσεις». Ούτε να τσουβαλιάζουμε με ευκολία ένα προαποφασισμένο συμπέρασμα. Αν η Καρυστιανού μιλούσε για «ανοιχτά σύνορα για μετανάστες» και «ευθύνες και των δύο αστικών τάξεων σε Ελλάδα και Τουρκία» θα ήταν στέλεχος της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, με ελάχιστη διεισδυτικότητα ακόμα και στην ευρύτερη αριστερά που διακατέχεται από τη θέση της «επιθετικής Τουρκίας».
Σε αυτή την περίοδο ο δεξιός χώρος διεκδικεί να διαμεσολαβήσει ακόμα και αριστερό δυναμικό στη μεταβαλλόμενη πολιτική σκηνή, λόγω της αδυναμίας της αριστεράς να συντάξει εναλλακτική απάντηση. Όπως και στην Καραντίνα που η πλειοψηφία της αριστεράς είχε συνταχθεί ψυχή τε και σώματι με την κυβέρνηση και με τα υγειονομικά μέτρα απαγορεύσεων, έτσι και με το έγκλημα των Τεμπών διστάζει στη σύνταξη μιας πολιτικής πρότασης ανατροπής του συστήματος. Όταν η Καρυστιανού μιλά για μια κυβέρνηση διαφθοράς και συγκάλυψης και ένα σύστημα διαπλοκής με δικαιοσύνη και ΜΜΕ η αριστερά περιορίζεται σε ένα κίνημα διόρθωσης των συγκοινωνιών.
Η διάλυση της χρυσής αυγής από τον Μαχητικό Αντιφασισμό την περίοδο 2015-2019 δεν επέτρεψε να υπάρχει αξιόπιστος πόλος να στοιχηθεί η ακροδεξιά. Η χρυσή αυγή χτίστηκε το 2010 – 2012 πάνω σε ρατσιστική – ακροδεξιά ατζέντα και δεν μπόρεσε να οικοδομήσει «λαϊκά» χαρακτηριστικά ώστε να εισχωρήσουν σε θολά αριστερά ακροατήρια.
Η προσπάθεια ανασυγκρότησης της ακροδεξιάς μετά το 2020 έχει αυτά τα προβλήματα: δεν υπάρχει αξιόπιστο και δοκιμασμένο πολιτικό δυναμικό να διεισδύσει σε αριστερά ακροατήρια. Ο Βελόπουλος, ο Νάτσιος και η Λατινοπούλου αποτελούν γραφικές φιγούρες που συντηρούνται από το δεξιό κράτος ως πιθανές κοινοβουλευτικές εφεδρείες a-la-cart.
Η κίνηση Καρυστιανού δεν αποτελεί συνειδητό σχέδιο του ακροδεξιού χώρου, αλλά μια καταγραφή του υπαρκτού πολιτικού προβλήματος της αριστεράς. Προφανώς θα δείξει πολύ σύντομα αν πρόκειται για ένα προσωποκεντρικό περιθωριακό πείραμα, μια νέα ακροδεξιά συσπείρωση ή ένα λαϊκίστικο κίνημα.
Στον δημοκρατικό χώρο η κίνηση Τσίπρα έρχεται να δοκιμάσει να καλύψει αυτό το πολιτικό κενό. Παρ’ όλη την παταγώδη αποτυχία της πριμοδότησης του πειράματος Κασελάκη, η αδυναμία του «χώρου ΣΥΡΙΖΑ» αφήνει περιθώρια νέων φιλοδοξιών. Το να δαιμονοποιούνται τα προσωποπαγή πολιτικά πειράματα είναι στοιχειώδης αμυντική τακτική, αλλά δεν απαντάνε στο πώς βρίσκεται η λύση.
Η αριστερά στα ζητήματα στρατηγικής απάντησης έχει δύο απλουστευμένες λογικές. Η μία περιλαμβάνει την αυτόκεντρη ανάπτυξη όπου «ένα είναι το κόμμα». Το «κόμμα» θα μεγαλώσει, θα βγάλει δημοτικούς συμβούλους, αύριο θα μπει στη Βουλή, μεθαύριο θα σχηματίσει κυβέρνηση συνεργασίας που θα την ρίξει από τα αριστερά και σε σαράντα τέρμινα «θα υπάρχουν οι υλικοί όροι για την αλλαγή του συστήματος». Η δεύτερη περιλαμβάνει τον σχηματισμό συνεργασιών με μίνιμουμ πρόγραμμα για να καλυφθεί ο χρόνος και να βρεθεί «γρήγορα και μαζικά» στην εξουσία. Και οι δυο λογικές για να επιβιώσουν απέναντι στις πιέσεις του αστισμού στρογγυλεύουν το πρόγραμμα, τη στρατηγική και τα μέσα πάλης.
Η αριστερά αν θέλει να είναι σοσιαλιστική πρέπει να ισχυροποιήσει τη στρατηγική της τοποθέτηση όχι με βάση την ιδεολογική της καθαρότητα, αλλά ως ανάγκη απάντησης στην κατάρρευση του καπιταλιστικού συστήματος. Η κοινωνία μας βαδίζει στον πόλεμο και η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε μισόλογα ούτε με δραπέτευση σε κάποιο απροσδιόριστο μέλλον.
Η κομμουνιστική εξέγερση ή θα είναι υπαρκτό σχέδιο του σήμερα ή θα βυθιστούμε στον τραμπικό όλεθρο.

