Αντιφασιστική Φρουρά | Τεύχος 74 | ΜΑΙΟΣ 2026
Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός ακολουθεί μια απόλυτα επιθετική στρατηγική διεθνούς απορρύθμισης. Η χρήση στρατιωτικής ισχύος, η διάλυση των διπλωματικών μηχανισμών και η οικονομική αστάθεια αποτελούν αλληλένδετα στοιχεία ενός ενιαίου σχεδιασμού επιβολής. Οι ΗΠΑ διαμορφώνουν ένα παγκόσμιο περιβάλλον όπου καμία άλλη δύναμη δεν θα μπορεί να σταθεροποιηθεί. Η ισχύς τους επιβάλλεται απροκάλυπτα και χωρίς όρια πάνω σε κράτη και οικονομίες.
Η κατάληξη του αμερικάνικου τελεσιγράφου στο Ιράν της 7ης Απριλίου το επιβεβαιώνει. Ο Τραμπ απείλησε ανοιχτά ότι θα «ρίξει τον περσικό πολιτισμό στη λίθινη εποχή», επαναφέροντας όχι απλώς τη ρητορική της ολοκληρωτικής καταστροφής αλλά και την πραγματική πιθανότητα χρήσης πυρηνικών όπλων. Δεν πρόκειται για επικοινωνιακή υπερβολή. Είναι συνεπής συνέχεια μιας στρατηγικής που θεωρεί τα πυρηνικά «αξιόπιστη απειλή» μόνο εφόσον υπάρχει πολιτική βούληση χρήσης τους. Η πρόσφατη αποχώρηση των ΗΠΑ από διεθνείς συμφωνίες περιορισμού εξοπλισμών, όπως η «Strategic Arms Reduction Treaty» (Συνθήκη Μείωσης Στρατηγικών Όπλων) που αφορά τα πυρηνικά όπλα μεγάλου βεληνεκούς, επιβεβαιώνει ότι ο πυρηνικός όλεθρος επιστρέφει ως πιθανό πολεμικό εργαλείο στη γεωπολιτική.
Η «εκεχειρία» ως άλλη μορφή πολέμου
Η λεγόμενη «εκεχειρία» ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν δεν αποτελεί ούτε παύση των εχθροπραξιών ούτε ένδειξη αποκλιμάκωσης. Αντίθετα, επιβεβαιώνει με τον πιο καθαρό τρόπο το βασικό συμπέρασμα της προηγούμενης περιόδου: ο πόλεμος δεν διεξάγεται μόνο με βομβαρδισμούς, αλλά με κάθε διαθέσιμο μέσο, οικονομικό, ενεργειακό, διπλωματικό και πολιτικό. Για τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό η ειρήνευση με τον εχθρό δεν είναι αντίθετη του πολέμου, μπορεί να λειτουργεί ως μία από τις μορφές του.
Η «εκεχειρία» των ΗΠΑ χρησιμοποιείται ως όπλο οικονομικού στραγγαλισμού. Έτσι κι αλλιώς, οι ΗΠΑ επιβάλλουν κυρώσεις (sanctions) ως μέτρα οικονομικής και πολιτικής πίεσης σε τουλάχιστον 20 χώρες παγκοσμίως και το Ιράν βρέθηκε στη λίστα από την επανάσταση του 1979. Την ίδια στιγμή που διακηρύσσεται η κατάπαυση πυρός, οι ΗΠΑ προχωρούν σε εντατικοποίηση της πίεσης στα Στενά του Ορμούζ. Ο αποκλεισμός που επιβάλλεται δεν πλήττει μόνο το Ιράν, αλλά και ολόκληρο το πλέγμα των ασιατικών οικονομιών που εξαρτώνται από την ιρανική ενέργεια. Η Κίνα και η Ινδία βρίσκονται αντιμέτωπες με έναν έμμεσο ενεργειακό στραγγαλισμό, χωρίς να έχει πέσει ούτε μία βόμβα στο έδαφός τους. Αυτό ακριβώς είναι το νόημα της «εκεχειρίας», να μετατοπιστεί η σύγκρουση σε πεδία όπου οι ΗΠΑ διατηρούν απόλυτη υπεροχή. Δεν υπάρχει συμφωνία και δεν υπάρχει σταθεροποίηση. ΗΠΑ και Ιράν απέτυχαν σε όλες τις διαπραγματεύσιμες που έγιναν ή και ακυρώθηκαν στο Πακιστάν. Πλέον, τα Στενά του Ορμούζ δεν αποτελούν απλώς έναν θαλάσσιο διάδρομο, αλλά μια ζώνη ελεγχόμενης αστάθειας, όπου το εμπόριο συνεχίζεται υπό πίεση και συνεχή απειλή, επιβεβαιώνοντας ότι η «εκεχειρία» συνυπάρχει με πρακτικές στρατιωτικού και οικονομικού ελέγχου. Κάποια πλοία κάνουν αναστροφή και δεν περνούν καθόλου καθώς οπλισμένες ομάδες προσεγγίζουν πλοία και επιχειρούν επιβίβαση. Το Ιράν κατέσχεσε τουλάχιστον δύο ελληνόκτητα δεξαμενόπλοια που προσπάθησαν να περάσουν αλλά και οι ΗΠΑ χτύπησαν και κατέλαβαν ιρανικά φορτηγά πλοία και δεξαμενόπλοια που μετέφεραν ιρανικό πετρέλαιο προσπαθώντας να «σπάσουν» τον αμερικάνικο αποκλεισμό.
Η καταστροφή δεν περιορίζεται στο Ιράν αλλά γενικεύεται όλο αυτό το διάστημα και στον Λίβανο από την σιωνιστική εισβολή και τους βομβαρδισμούς. Το κράτος – δολοφόνος του Ισραήλ προχωρά στη δημιουργία κατεχόμενης ζώνης στον Νότιο Λίβανο, καταστρέφοντας συστηματικά τις βασικές υποδομές του κράτους. Με πρόφαση τον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ, οι σιωνιστές βαφτίζουν «ουδέτερη ζώνη» όλα τα λιβανέζικα εδάφη νότια του ποταμού Λιτάνι σε μια επιχείρηση επανάληψης της παλαιστινιακής Νάκμπα το 1948 και του πολέμου του Λιβάνου το 1982 μετά την εισβολή του Ισραήλ, και τότε δημιουργήθηκε μια ζώνη ελέγχου στον νότο. Η κατεδάφιση γεφυρών, σχολείων και νοσοκομείων δεν αποτελεί «παράπλευρη απώλεια», αλλά συνειδητή στρατηγική των σιωνιστών για αποδιάρθρωση μιας ολόκληρης κοινωνίας. Η de facto διχοτόμηση του Λιβάνου δεν είναι ένα τοπικό επεισόδιο, είναι το ίδιο μοντέλο ειρήνευσης και καταστροφής κράτους με εξαρτημένη οικονομία και πολιτική επιτήρηση. Εφαρμόζεται ήδη στη Γάζα με την περιβόητη «ειρήνη του Τραμπ», επιβλήθηκε στη Βενεζουέλα και προετοιμάζεται για το Λίβανο και το Ιράν.
Αντίστοιχα υπάρχει και το ιρακινό μοντέλο επιβολής της αμερικάνικης κυριαρχίας όπου επιβάλλεται οικονομική κατοχή χωρίς στρατό και όπλα. Τα πετρέλαια διακινούνται μέσω αμερικανικών εταιρειών, τα έσοδα καταλήγουν σε αμερικανικές τράπεζες και η λειτουργία του κράτους εξαρτάται από συνεχή χρηματοδότηση που εγκρίνεται πολιτικά από την Ουάσιγκτον. Η άρνηση των ΗΠΑ να δώσουν «έγκριση» στη νέα κυβέρνηση της Βαγδάτης, αν δεν εκκαθαρίσει τις φιλο-ιρανικές δυνάμεις, δείχνει ότι η «ειρήνη» ταυτίζεται με την πλήρη πολιτική υποταγή. Δεν πρόκειται για εξαίρεση, αλλά είναι το μοντέλο που επιχειρείται να γενικευτεί. Όπως άλλωστε δήλωνε ο Τραμπ και για το Ιράν μετά την δολοφονία του Χαμενεΐ, «δεν θα υπάρχει πρωθυπουργός χωρίς έγκριση».
Η ευρωπαϊκή στάση
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες δημιουργείται ένας μύθος «αντίστασης» εντός του συστήματος, με αφορμή τη στάση επιμέρους κυβερνήσεων και πολιτικών δυνάμεων στην Ευρώπη. Από τον σοσιαλδημοκράτη Σάντσεθ μέχρι τις επιλεκτικές διαφοροποιήσεις ηγετών όπως ο δεξιός Μακρόν ή η ακροδεξιά Μελόνι, κινήσεις όπως η άρνηση χρήσης στρατιωτικών βάσεων, οι καθυστερήσεις σε επιχειρησιακές διευκολύνσεις ή η μερική αποστασιοποίηση από αμερικανικές πρωτοβουλίες παρουσιάζονται ως ενδείξεις ρήξης. Στην πράξη, όμως, τέτοιες στάσεις έχουν εμφανιστεί και σε άλλες περιπτώσεις, για παράδειγμα σε χώρες όπως η Ισπανία και το Βέλγιο έχουν τεθεί περιορισμοί στη χρήση υποδομών ή έχουν εκφραστεί επιφυλάξεις για άμεση εμπλοκή, ενώ η Ουγγαρία συχνά μπλοκάρει ή καθυστερεί αποφάσεις σε επίπεδο ΝΑΤΟ ή ΕΕ. Αυτές όμως δεν συγκροτούν μια συνεκτική εναλλακτική στρατηγική, αλλά επιμέρους τακτικές κινήσεις βασισμένες στα συμφέροντα των τοπικών αστικών τάξεων, που καθορίζονται από τη συνολική κρίση και τους ανταγωνισμούς του καπιταλισμού.
Την ίδια στιγμή, χώρες που ευθυγραμμίζονται πιο καθαρά με τις αμερικανικές επιλογές επιβραβεύονται πολιτικά και γεωστρατηγικά. Η Ελλάδα έχει επανειλημμένα παρουσιαστεί ως «πυλώνας σταθερότητας» και αξιόπιστος σύμμαχος, με τη διεύρυνση της στρατιωτικής συνεργασίας και τη χρήση βάσεων (όπως στη Σούδα και την Αλεξανδρούπολη) να αναγνωρίζεται θετικά από τις ΗΠΑ. Πλέον, ο Τραμπ άρχισε να επαινεί δημόσια την Ελλάδα για τη συμβολή της στο ΝΑΤΟ και για τη στρατηγική της θέση, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες που κατηγόρησε για ανεπαρκή συνεισφορά και απείλησε για έξοδο των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ. Η πολεμοκάπηλη κυβέρνηση της ΝΔ είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για την στρατιωτικοποίηση των νησιών και την χρήση των βάσεων ως πολεμικά ορμητήρια των αμερικανών και των σιωνιστών, όπως επίσης και τη χρήση πυραύλων PATRIOT στη Σαουδική Αραβία εμπλέκοντας ενεργά τη χώρα στην ιμπεριαλιστική επέμβαση.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αδυναμία συγκρότησης μιας αυτόνομης στρατηγικής από την αριστερά αφήνει το πεδίο ανοιχτό είτε για τη διαχείριση της κρίσης από δεξιές κυβερνήσεις είτε για την αναπαραγωγή αυταπατών περί «ρήξεων» που στην πραγματικότητα δεν αμφισβητούν τον βασικό συσχετισμό δυνάμεων ή περί «νίκης» και πανηγυρισμών υπέρ του «άξονα αντίστασης».
Η συζήτηση για το αν οι ΗΠΑ «κερδίζουν» ή «χάνουν» σε επιμέρους μέτωπα αποπροσανατολίζει. Ο ιμπεριαλισμός δεν κρίνεται από μεμονωμένες μάχες, αλλά από τη συνολική του ικανότητα να αναδιαμορφώνει τον κόσμο μέσω στρατιωτικού ή οικονομικού πολέμου. Από τη Βενεζουέλα και την Κούβα μέχρι το Ιράν και από τη Γροιλανδία μέχρι την Παλαιστίνη και το Λίβανο, οι παρεμβάσεις των ΗΠΑ συγκροτούν ένα ενιαίο πλέγμα πίεσης προς τους βασικούς ανταγωνιστές τους στοχεύοντας την αποσταθεροποίηση σε Ρωσία, Κίνα και ΕΕ. Τελευταία, στη Διώρυγα του Παναμά, αυξάνεται η αμερικανική πίεση για περιορισμό της κινεζικής οικονομικής επιρροής. Μέσω ελέγχου επενδύσεων, λιμενικών υποδομών και ναυτιλιακών συμβάσεων, επιχειρείται ο σταδιακός αποκλεισμός ή ο περιορισμός κινεζικών κεφαλαίων από κρίσιμες υποδομές logistics και μεταφορών στη Λατινική Αμερική. Η «εκεχειρία» στον έναν γεωοικονομικό κόμβο μπορεί να σημαίνει κλιμάκωση σε έναν άλλο.
Περιφερειακές αναδιατάξεις και ελληνικός ρόλος
Η αποσταθεροποίηση δεν λειτουργεί μόνο υπέρ των μεγάλων δυνάμεων. Η κλιμάκωση της αμερικανικής ιμπεριαλιστικής πολιτικής ενεργοποιεί και περιφερειακές δυνάμεις που επιχειρούν να αξιοποιήσουν τη ρευστότητα των διεθνών συσχετισμών. Μέσα στο πλαίσιο της αναδιάταξης ισχύος, αναδύονται τοπικές στρατηγικές φιλοδοξίες όπως η ελληνική αστική τάξη που επιχειρεί να αναβαθμίσει τον ρόλο της σε Βαλκάνια και Ανατολική Μεσόγειο μετατρέποντας την παγκόσμια αστάθεια σε ευκαιρία ενίσχυσης θέσης. Ιστορικά, κάτι ανάλογο συνέβη στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η επέμβαση της Αντάντ και η κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δημιούργησαν συνθήκες αναζωπύρωσης των ελληνικών καπιταλιστικών επιδιώξεων. Από το 1917 και μετά, έγινε ελληνική ιμπεριαλιστική προσπάθεια διεκδίκησης εδαφών σε Ανατολική Θράκη, Ιστανμπούλ και περιοχές της Μικράς Ασίας, στο πλαίσιο της τότε γεωπολιτικής ανακατάταξης, εμπλέκοντας τους λαούς σε μακελειά. Σήμερα, η ελληνική αναδιάταξη των γεωπολιτικών συμμαχιών δεν εξαντλείται στην απλή ευθυγράμμιση με τις ΗΠΑ, αλλά πάει χέρι – χέρι με την εξάπλωση της επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, εις βάρος παραδοσιακών ανταγωνιστών όπως η Τουρκία.
Η κυβέρνηση της ΝΔ προετοιμάζει την κοινωνία για ανεκτικότητα σε επιθετικές κινήσεις με άλλοθι την εθνική ενότητα και την άμυνα στα κυριαρχικά δικαιώματα, ώστε να φέρει την χώρα χωρίς αντιστάσεις στο πιθανό σενάριο για επιθετικό πόλεμο. Οι υπέρογκες δαπάνες δισεκατομμυρίων σε αναβαθμίσεις F-16 VIPER, αγορά F-35 και φρεγάτων Belharra από Γαλλία και φρεγάτων Bergamini από Ιταλία αποτυπώνουν την ταχεία αναβάθμιση του στρατού. Η αποστολή F-16 στη Λήμνο, στη Βουλγαρία και στη Νότια Κύπρο, η αποστολή PATRIOT στην Αλεξανδρούπολη στην Κάρπαθο στην Σαουδική Αραβία, η προετοιμασία κατοχικού στρατού για τη Γάζα, η χρήση του πολεμικού ναυτικού σε Ανατολική Μεσόγειο, Ερυθρά θάλασσα, Λιβυκό Πέλαγο αποκαλύπτουν τις επιθετικές στρατιωτικές κινήσεις.
Το καθήκον του αντιπολεμικού κινήματος
Η κυβέρνηση εδραιώνει την πολεμική οικονομία και η κοινωνία καλείται να αποδεχτεί τη μεταφορά πόρων, ζωών και υποδομών προς τη στρατιωτική μηχανή. Εδώ καλείται να πάρει θέση το οργανωμένο εργατικό κίνημα γιατί το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι απλώς η αντίθεση στον πόλεμο, αλλά η σύγκρουση με τη στρατηγική που τον παράγει, τόσο διεθνώς όσο και στο εσωτερικό. Η κάθε λεγόμενη «εκεχειρία» δεν είναι ανάπαυλα. Είναι προειδοποίηση. Ο πόλεμος βαθαίνει, μετασχηματίζεται και επεκτείνεται.
Η απάντηση δεν μπορεί να περιοριστεί σε καταγγελία ή σε αναμονή. Το κεντρικό καθήκον των κομμουνιστών παραμένει η συγκρότηση ενός αντιπολεμικού διεθνιστικού κινήματος που θα στοχεύει στον «αδύναμο κρίκο» της ιμπεριαλιστικής συμμαχίας. Στη χώρα μας είναι η αμφισβήτηση και το σαμποτάζ της ίδιας τη συμμετοχής του κράτους σε αυτή τη διαδικασία. Για την αριστερά στην Ελλάδα, αυτό σημαίνει σύγκρουση όχι μόνο με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, αλλά και με την αυτόνομη επιθετική στρατηγική του ελληνικού κεφαλαίου. Σημαίνει αμφισβήτηση της «εθνικής ενότητας», της στρατιωτικοποίησης και της πολεμικής προετοιμασίας. Δεν αρκεί το αντιπολεμικό κίνημα να περιορίζεται στα αιτήματα για μείωση στρατιωτικών δαπανών και για επιστροφή των στρατευμάτων από τη Μέση Ανατολή. Οφείλει με κάθε ευκαιρία να καταγγελθούν οι πολιτικές αποκλεισμού στη Λιβύη και η ενίσχυση της στρατιωτικής παρουσίας σε νησιά και παραμεθόριο. Απαιτείται η συγκρότηση δικτύων μέσα στις ένοπλες δυνάμεις, με κατεύθυνση μια ντεφαιτιστική, ηττοπαθή στάση απέναντι στη στρατηγική επιθετικότητα του εγχώριου κεφαλαίου. Πρέπει να στηρίξει τους φαντάρους έμπρακτα έξω από το στρατό ώστε να μπορούν να έρθουν σε ρήξη με τις εντολές της ηγεσίας σε αποστολές εκτός συνόρων, να μπορούν κι αυτοί να διαδηλώνουν με τα χακί στους δρόμους ενάντια στην κυβέρνηση. Να μπει το κίνημα σε μια κατεύθυνση ότι η πιθανότητα στρατιωτικής εμπλοκής της χώρας, ένα πιθανό χτύπημα είτε επίθεσης είτε απάντησης από ένα F-16 ή μια φρεγάτα απαιτεί ρητή εναντίωση με την εγχώρια αστική τάξη και την κυβέρνηση με μαζικές διαδηλώσεις στους δρόμους καταγγέλλοντας την ελληνική επιθετικότητα ανεξαρτήτως συνθηκών.
Οι κομμουνιστικές οργανώσεις που αναγνωρίζουν την επιτακτικότητα για ανασυγκρότηση του αντιπολεμικού οφείλουν να παράξουν σχέδια και μεθοδολογίες που ανταποκρίνονται στις σημερινές συνθήκες. Ο μιλιταρισμός και ο όλεθρος δεν απαντώνται με συναυλίες και κείμενα υπογραφών, αυτά είναι μόνο εργαλεία προπαγάνδισης που έτσι κι αλλιώς δεν λείπουν. Η διεύρυνση του αγώνα σε μαζικά πεδία απαιτεί μια ανεξάρτητη κομμουνιστική στρατηγική σε σχολεία σε πανεπιστήμια και χώρους εργασίας και στρατόπεδα. Δεν ψάχνουμε να αντικαταστήσουμε τις ρεφορμιστικές δυνάμεις, αναζητούμε την τέχνη της εξέγερσης και το πολιτικό σχέδιο για την κατάληψη της εξουσίας. Να στρέψουμε τις οργανώσεις μας για ενδεχόμενα λιποταξιών σε στρατόπεδα, ανταρσιών σε φρεγάτες, παραιτήσεις σε αποστολές και διάφορες εκφράσεις υπονόμευσης του ελληνικού αξιόμαχου, για πραγματικές απεργίες που θα επηρεάσουν την παραγωγή και συμμετοχή στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς. Ένα εργατικό κίνημα μέσα και έξω από το στρατό που δεν πολεμά για τα συμφέροντα των Ελλήνων εφοπλιστών και των συμμαχιών ΗΠΑ – ΕΕ – ΝΑΤΟ, που δεν θα σκοτώσει τα ταξικά του αδέρφια σε Βαλκάνια και Βόρεια Αφρική και Μέση Ανατολή. Όπως οι κομμουνιστές μετέτρεψαν τον πρώτο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο σε εξεγέρσεις και επαναστάσεις, να υπερασπιστούμε τη συμφιλίωση των λαών και την ειρηνική συνύπαρξη προδίδοντας την εθνική ενότητα και γκρεμίζοντας το ελληνικό κεφάλαιο.
Κ.Μ.

