Αντιφασιστική Φρουρά | Τεύχος 75 | ΙΟΥΛ-ΑΥΓ 2026

Οι πρόσφατες εικόνες από τον Βόλο, την Αλεξανδρούπολη και άλλες πόλεις της χώρας με μαθητές να φωνάζουν συνθήματα υπέρ της διαλυμένης ναζιστικής χρυσής αυγής, με ναζιστικούς χαιρετισμούς, ναζιστικά γκράφιτι, μικροεπιθέσεις και εκφοβισμούς απέναντι σε κοινωνικούς χώρους και την Αριστερά, προκαλούν μια δικαιολογημένη ανησυχία. Η απλοϊκή εξήγηση ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα «φασιστική άνοδο» δεν αρκεί και οδηγεί σε λάθος καθήκοντα. Η ακροδεξιά σήμερα δεν εμφανίζεται ξαφνικά μέσα σε μια δημοκρατική και κοινωνικά υγιή κοινωνία, αναπτύσσεται πάνω σε υπαρκτές κοινωνικές συνθήκες κρίσης και αντιδραστικά πολιτικά σχέδια που εφαρμόζονται από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και την Ευρωπαϊκή Ένωση σε μια περίοδο «τραμποποίησης» της πολιτικής διεθνώς. Και φυσικά δεν πρέπει να υποτιμούμε το έδαφος που προσφέρει η ιδεολογική και ακτιβιστική υποχώρηση της Αριστεράς σε πλήθος ζητημάτων (φτώχεια – στέγη – απασχόληση – πόλεμος) και χώρων παρέμβασης (σχολεία – σχολές – μεταφορές – εργασία).

Τα τελευταία χρόνια, η δημόσια συζήτηση οργανώνεται από τα πάνω όλο και περισσότερο γύρω από την εθνική ασφάλεια, την καταστολή και την κατασκευή εσωτερικών και εξωτερικών απειλών. Το μεταναστευτικό αντιμετωπίζεται πλέον αποκλειστικά ως ζήτημα φύλαξης συνόρων και δημόσιας τάξης, οπότε το λιμενικό πνίγει εκατοντάδες σε Πύλο και Χίο, ενώ φρεγάτες περιπολούν νότια της Κρήτης. Η κοινωνική δυσαρέσκεια μεταφράζεται σε πρόβλημα αστυνόμευσης, οπότε «αστυνομικά» δελτία ειδήσεων και επιχειρήσεις «σκούπα» στοχοποιούν καταυλισμούς Ρομά και ανεπίσημα τζαμιά των μουσουλμάνων. Μέσα σε αυτό το κλίμα, η ακροδεξιά δεν χρειάζεται να πείσει την κοινωνία από την αρχή. Αρκεί να μετακινήσει λίγο πιο πέρα όσα ήδη ακούγονται στον δημόσιο λόγο από τα ίδια τα στελέχη της κυβέρνησης. Όμως, ήδη η Νέα Δημοκρατία φροντίζει να προπαγανδίζει ανοικτά τον εθνικισμό απέναντι σε Τουρκία και Βαλκάνια και τον μιλιταρισμό και την πολεμοκαπηλία απέναντι σε Ρωσία – Ιράν – Παλαιστίνη.

Έχει ήδη δημιουργηθεί ένα περιβάλλον στο οποίο ακροδεξιές ομάδες μπορούν να στρατολογούν, να δρουν και να εμφανίζονται ως δήθεν «αντισυστημικές». Η αντίφαση είναι προφανής, η ακροδεξιά παρουσιάζεται ως αντίθεση στο σύστημα, ενώ στην πραγματικότητα αξιοποιεί πολιτικά ό,τι παράγει η κυρίαρχη πολιτική. Η κυβέρνηση νομιμοποιεί την ακροδεξιά πολιτική ατζέντα και τον κοινωνικό κανιβαλισμό, η κοινωνία οργανώνεται γύρω από το μίσος και την αλληλο-εκμετάλλευση.

Το ίδιο μοτίβο συναντάμε και διεθνώς, όπως με τα πρόσφατα γεγονότα στη Βόρεια Ιρλανδία όπου ακροδεξιοί παρουσιάστηκαν ως αυθόρμητη «λαϊκή αντίδραση» απέναντι σε ένα έγκλημα με δράστη μετανάστη. Ωστόσο, οι επιθέσεις είχαν χαρακτηριστικά οργανωμένης δράσης με συντονισμό μέσω κοινωνικών δικτύων, επιλογή συγκεκριμένων στόχων, επιθέσεις σε κοινότητες μεταναστών και συστηματική διάδοση ρατσιστικού περιεχομένου.

Η σημερινή ενίσχυση της ακροδεξιάς δεν μπορεί να αναλυθεί έξω από τη συνολική μετατόπιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο μεταναστευτικό. Η Ευρώπη υιοθετεί την ατζέντα της ακροδεξιάς βασιζόμενη στον Τραμπ. Η πρόσφατη ευρωπαϊκή συμφωνία για τον νέο Κανονισμό Επιστροφών (Return Regulation) σηματοδοτεί μια καθαρή μετατόπιση της «μεταναστευτικής πολιτικής» της ΕΕ προς ένα κατασταλτικό πλαίσιο, με στόχο την επιτάχυνση των απελάσεων, την αύξηση των κρατήσεων και τη δημιουργία μηχανισμών μεταφοράς μεταναστών σε τρίτες χώρες. Οι πολιτικές που μέχρι πρόσφατα συνδέονταν κυρίως με την ακροδεξιά ατζέντα (μαζικές επιστροφές, κλειστά κέντρα, αποτροπή και απομάκρυνση) ενσωματώνονται πλέον στον πυρήνα της ευρωπαϊκής θεσμικής πολιτικής.

Το πρόβλημα δεν είναι πρωτίστως η εμφάνιση μιας αυτόνομης φασιστικής απειλής. Είναι η σταδιακή μετάλλαξη τμημάτων του κρατικού και πολιτικού μηχανισμού προς πιο αυταρχικές, εθνικιστικές και πολεμοκάπηλες κατευθύνσεις. Η ακροδεξιά αυτή τη στιγμή λειτουργεί ως δεξαμενή πίεσης προς τη Νέα Δημοκρατία, όσο δεν μπορεί να συγκροτήσει μια αυτόνομη πολιτική πτέρυγα για το ελληνικό κεφάλαιο.

Γι’ αυτό και η αντιμετώπιση του φαινομένου δεν μπορεί να εξαντλείται σε ηθικές καταγγελίες, σε συμβολικές κινητοποιήσεις και γενικές διακηρύξεις. Οι ακροδεξιές ομάδες δεν στρατολογούν ανθρώπους σε αφηρημένο επίπεδο. Δουλεύουν μέσα σε σχολεία, γειτονιές, κοινωνικούς – εργασιακούς χώρους και διαδικτυακές κοινότητες. Εκεί ακριβώς πρέπει να αναπτυχθεί και η ταξική απάντηση. Η αντιφασιστική και αντιεθνικιστική θωράκιση των νέων δεν είναι ζήτημα συνθημάτων, αλλά καθημερινής κοινωνικής δουλειάς. Μια Αριστερά που μένει μόνο στο επίπεδο των ιδεών (αναλύσεις, θεωρία, ανακοινώσεις), αλλά δεν έχει πραγματική παρουσία και επιρροή μέσα στην κοινωνία (σε εργατικούς χώρους, γειτονιές, κινήματα, συλλογικές δράσεις), σταδιακά χάνει τη δυνατότητα να επηρεάζει τις εξελίξεις. Αν η Αριστερά εγκαταλείψει αυτό το πεδίο, η ακροδεξιά θα τρέξει να το καλύψει.

Η αντιμετώπιση αυτής της εξέλιξης απαιτεί πολιτική σύγκρουση με τις ίδιες τις στρατηγικές επιλογές που παράγουν τον εθνικισμό, τον μιλιταρισμό και τη λογική της εθνικής ενότητας. Το ταξικό κίνημα οφείλει να κλιμακώσει και να πολιτικοποιήσει περαιτέρω τον αγώνα. Μια συνεπής πολιτική πρόταση στη σημερινή συγκυρία περιλαμβάνει την υπεράσπιση ανοικτών συνόρων για πρόσφυγες και μετανάστες, με άμεση χορήγηση νομιμοποιητικών εγγράφων και έναρξη διαδικασίας πολιτογράφησης από τη στιγμή της εισόδου τους στη χώρα, ώστε να αποφεύγονται καθεστώτα παρανομίας και εκμετάλλευσης. Παραμένει κεντρικό ζήτημα η πλήρης εξασφάλιση ίσων εργασιακών δικαιωμάτων για όλους/ες ήδη εργαζόμενους/ες μετανάστες/ριες, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε ασφάλιση, υγειονομική κάλυψη και συνταξιοδοτικά δικαιώματα, με στόχο την άρση των διακρίσεων στην αγορά εργασίας και την αποτροπή συνθηκών φθηνής και ανασφάλιστης εργασίας. Είναι απαραίτητη η οργάνωση ουσιαστικής κοινωνικής ένταξης και ισότιμης μεταχείρισης των Ρομά, με εγγύηση πρόσβασης σε εκπαίδευση, στέγαση, υγεία και εργασία, καθώς και με ενεργητικές πολιτικές κατά του αποκλεισμού και των διακρίσεων που εξακολουθούν να τους περιθωριοποιούν. Ταυτόχρονα, η αναγνώριση των εθνοτικών και γλωσσικών μειονοτήτων που ζουν στη χώρα, συμπεριλαμβανομένων της τουρκικής και της αλβανικής μειονότητας, με πλήρη κατοχύρωση δικαιωμάτων πολιτιστικής έκφρασης, γλώσσας και συλλογικής εκπροσώπησης, αμφισβητούν στην πράξη τις λογικές αποκλεισμού και ιεραρχίας που παράγει ο εθνικισμός ως ιδεολογία. Τέλος, η υπονόμευση της στρατιωτικοποίησης της δημόσιας ζωής και της διαρκούς πολεμικής ετοιμότητας θέτει ζήτημα αναπροσανατολισμού των κρατικών προτεραιοτήτων, από την εθνική ασφάλεια προς την κοινωνική ισότητα και την ειρηνική συνύπαρξη. Να αμφισβητήσουμε τον πυρήνα της ακροδεξιάς κυβερνητικής πολιτικής, να ενδυναμώσουν την κοινωνική αλληλεγγύη και την πολιτική στράτευση για τον σοσιαλισμό.

του Νίκου Κουρουπά