Αντιφασιστική Φρουρά | Τεύχος 71 | ΙΑΝ 2026

Η κυβέρνηση της ΝΔ βρίσκεται σε μια θλιβερή πολιτική απομόνωση. Η μη κατάρρευσή της οφείλεται, σε έναν βαθμό, στο γεγονός ότι στο στρατόπεδο της δεξιάς «πολυκατοικίας» δεν έχει προκύψει κάποια διαφορετική στρατηγική πρόταση. Τα ορφανά της χρυσής αυγής βρίσκονται σε επίπεδο ολιγομελών μαθητικών ομάδων που πλακώνονται για την «κληρονομιά» Φουντούλη – Καπελώνη. Οι Σπαρτιάτες αφού έφαγαν την κοινοβουλευτική επιδότηση εγκατέλειψαν τον Κασιδιάρη. Νίκη – Λατινοπούλου – Βελόπουλος προορίζονται για πιθανά μετεκλογικά στηρίγματα της ΝΔ αδυνατώντας να πουν κάτι διαφορετικό από Πλέυρη – Γεωργιάδη – Βορίδη. Ο Σαμαράς και οι «καραμανλικοί» αναζητούν κάποιο πρόσωπο διαδοχής του Μητσοτάκη για να αναβαπτιστεί η ΝΔ αλλά αδυνατούν να το βρουν. Το πρόβλημα της «δεξιάς» είναι πώς θα μοιραστεί ο κρατικός κορβανάς και οι ευρωπαϊκές επιδοτήσεις με μεγαλύτερη αντιπροσωπευτικότητα και στα μουλωχτά ώστε να μην αποκαλύπτονται τα σκάνδαλα που χαλάνε την πιάτσα. Το πρόβλημα της δημοκρατικής αντιπολίτευσης είναι πολύ μεγαλύτερο αλλά απόλυτα καθαρό και μετρήσιμο.

Στο τέλος του 2025 η Καρυστιανού και ο Τσίπρας ανακοίνωσαν(;) τη δημιουργία ενός νέου φορέα που θα διεκδικήσει να καλύψει αυτό το κενό. Ο Κασσελάκης ανακοίνωσε συνέδριο τον Φεβρουάριο όπου μάλλον θα αναγγείλει την αυτοδιάλυση του «Κινήματος Δημοκρατίας». Ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΕ.ΑΡ. αναμένουν τις εξελίξεις για να ετεροκαθοριστούν. Το ΜΕΡΑ25 προσπαθεί να διαχειριστεί την κρίση με τη ΛΑΕ αλλά έτσι κι αλλιώς και οι τέσσερις αυτοί πολιτικοί σχηματισμοί βρίσκονται στο όριο της κοινοβουλευτικής επιβίωσης. Λίγο καλύτερα ο ΣΥΡΙΖΑ – λίγο χειρότερα ο Κασσελάκης, αλλά κανένας δεν μπορεί να ηγηθεί κανενός πολιτικού σχεδίου. Το ΠΑΣΟΚ δεν κινδυνεύει σε αυτόν τον βαθμό αλλά αδυνατεί να κερδίσει το παραμικρό από την κονιορτοποίηση του χώρου ΣΥΡΙΖΑ. Η Κωνσταντοπούλου έχοντας εξαντλήσει τα τρικ του tiktok και της θέσης ως «Πρώην Πρόεδρος της Βουλής» διεκδικεί να εξαργυρώσει το κίνημα των Τεμπών. Η Καρυστιανού αναζητεί τρόπο να ισορροπήσει ανάμεσα στο δεξιό «σώφρων» επιτελείο και την λαϊκή οργή που διεκδικεί να εκφράσει. Όλα αυτά είναι πάνω – κάτω γνωστά και χιλιοειπωμένα. Ποιο είναι όμως το κρίσιμο σταυροδρόμι που πρέπει να διανύσει ο δημοκρατικός χώρος;

Στην Ελλάδα η τάχιστη τραμποποίηση της ΝΔ έχει δημιουργήσει ένα περιβάλλον μονόδρομου. Η κυβέρνηση της ΝΔ είναι μία από τις ελάχιστες του πλανήτη που τάχθηκαν τόσο ανοιχτά υπέρ της επέμβασης στη Βενεζουέλα με την αντίστοιχη πολιτική επιχειρηματολογία πως «δεν είναι η στιγμή για σχόλια σχετικά με τη νομιμότητα των ενεργειών». Αντίστοιχα έχει ταχθεί υπέρ Ισραήλ και Ζελένσκι. Η ΝΔ προωθεί μια πολιτική κερδοφορίας του ελληνικού κεφαλαίου ταυτιζόμενη πλήρως με την αμερικανική πολιτική. Σε αυτό το επίπεδο είναι πολύ δύσκολο για το δημοκρατικό στρατόπεδο να περιγράψει μια διαφορετική στρατηγική προσέγγιση. Ούτε ο «ευρωπαϊκός» δρόμος είναι καθαρός και ανοικτός και ούτε, φυσικά, ρισκάρουν μια προσέγγιση αλά Τουρκία με πιο αντι-δυτικά χαρακτηριστικά. Οι ρήξεις στο αστικό μπλοκ από Μαρινάκηδες – Μελισσανίδηδες δεν κερδίζονται πάνω στη στρατηγική προσέγγισή, αλλά στο ότι θα μοιραστεί και σε αυτούς το κρατικό χρήμα.

Αν, όμως, το δημοκρατικό στρατόπεδο έχει δυσκολίες στη στρατηγική προς την αστική τάξη, αυτές μεταφέρονται πολλαπλάσιες όταν δοκιμάζει να διαμεσολαβήσει στις πληβείες τάξεις. Η αδυναμία να χαραχτεί μια διαφορετική στρατηγική το εμποδίζει να έχει ξεκάθαρο πρόγραμμα ελάφρυνσης βαρών. Ο Μαμντάνι δεν υποσχέθηκε σοσιαλισμό ούτε «εργατικό έλεγχο», αλλά δωρεάν συγκοινωνίες και κρατικό πρόγραμμα στέγης – υγείας για τις κατώτερες τάξεις. Τι εμποδίζει, λοιπόν, όλες αυτές τις δυνάμεις να δεσμευτούν πχ για κατάργηση της ρήτρας αναπροσαρμογής στο ρεύμα με δημόσιο έλεγχο της ΔΕΗ και των τρένων; Αυτό που τις εμποδίζει είναι ότι δεν τους βγαίνει το κόστος στον προϋπολογισμό! Γνωρίζουν πως δεν μπορούν να αμφισβητήσουν τη στρατηγική Τραμπ, άρα την εξυπηρέτηση των προγραμμάτων των Αμερικανικών Οίκων αξιολόγησης της οικονομίας, τα εξοπλιστικά προγράμματα και το σύστημα «εξυπηρέτησης» των ευρωπαϊκών προγραμμάτων προς τα γνωστά κανάλια. Στη Λατινική Αμερική οι αριστερές κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν το νέο «Δόγμα Μονρόε» και στο δίλημμα παράδοση ή πόλεμος. Στην Ευρώπη το δεύτερο σκέλος έχει αντικατασταθεί από τη «διαπραγμάτευση» που όμως δεν βρίσκει, πλέον, συνομιλητές στις ΗΠΑ.

Η αριστερά από ΚΚΕ ως την εξωκοινοβουλευτική πτέρυγα προσπαθεί να οικοδομήσει «κοινωνικές γειώσεις» στην εργατική τάξη και στη νεολαία σπεκουλάρωντας πως το δημοκρατικό στρατόπεδο δεν έχει σοβαρή οργανωμένη σχέση με τα κινήματα. Όμως ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ είχε σοβαρή και οργανωμένη σχέση αλλά πήρε την εξουσία το 2015. Από την άλλη, η αριστερά καθορίζεται από τη «σοβαρή» αντιπολίτευση του ΚΚΕ. Οι κινητοποιήσεις που γίνονται είναι στην πλειοψηφία τους συμβολικές και όλες οι δυνάμεις συνομολογούν πως πρέπει να ετοιμαστούμε για μια σύγκρουση στο μέλλον αλλά όχι τώρα. Το ΚΚΕ πριν σαράντα χρόνια διατεινόταν πως «απέναντι σε μια κυβέρνηση ελάχιστα διατεθειμένη να κάνει πίσω…, θα ήταν αφελής όποιος βασιζόταν μόνο στα γιουρούσια της πρωτοπορίας». Όμως, σήμερα, όταν συμβαίνουν «γιουρούσια της πρωτοπορίας» δεν βρίσκουν συμπαραστάτη ούτε την εξωκοινοβουλευτική αριστερά: το κατέβασμα του γενικού διακόπτη (ΚΛΕΙΔΙ) στα πανεπιστήμια δεν δοκιμάστηκε ξανά, η κατάληψη του Υπουργείου από τους πυροσβέστες δεν αποτέλεσε εργαλείο μάχης, η απεργία κόντρα στις δικαστικές απαγορεύσεις έχει μείνει μόνο στην ΠΕΝΕΝ.

Η αριστερά οφείλει να αναδείξει μια στρατηγική οργής και απείθειας! Αν η αριστερά στοιχηθεί ως δύναμη πασιφισμού, υποστήριξης των θεσμών και της δικαιοσύνης τότε τα όποια κινήματα δεν θα χειραφετηθούν αλλά θα αναζητήσουν νέους πολιτικούς «Μεσσίες» να κυβερνήσουν. Και πλέον δεν υπάρχει «κάποιος ΣΥΡΙΖΑ» αλλά «νέα πολιτικά εγχειρήματα» με αμφιλεγόμενες στρατηγικές.

Αλέξανδρος Γανδής