Αντιφασιστική Φρουρά | Τεύχος 75 | ΙΟΥΛ-ΑΥΓ 2026

Η Μέση Ανατολή βρίσκεται σε μια περίοδο όπου ο όλεθρος του πολέμου από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και τον σιωνισμό δεν τελειώνει. Οι εκεχειρίες και οι διαπραγματεύσεις παρουσιάζονται ως βήματα προς τη σταθερότητα, όμως στην πράξη λειτουργούν ως μηχανισμοί ανασύνταξης δυνάμεων όσο η βία δεν εξαφανίζεται από τα σώματα των Παλαιστίνιων, Λιβανέζων και Ιρανών εργατών.

Τα τελευταία δύο χρόνια οι ΗΠΑ του Τραμπ εμφανίζονται ως κεντρικός διαμεσολαβητής σε διαδοχικές εκεχειρίες από τη Γάζα και τον Λίβανο μέχρι τις πιο πρόσφατες συμφωνίες αποκλιμάκωσης που αφορούν το Ιράν. Ενώ δεν πρέπει να αφήνουμε εκτός κάδρου τις αμερικάνικες επεμβάσεις, αποκλεισμούς και απειλές προς Βενεζουέλα και Κούβα. Αυτό έχει οδηγήσει σε δύο αντίθετες αναγνώσεις: από τη μία, ότι ο Τραμπ υποχωρεί και χάνει έλεγχο, από την άλλη, ότι επιχειρεί να σταθεροποιήσει ένα σύστημα διαχείρισης συγκρούσεων χωρίς να αλλάζει τους βασικούς συσχετισμούς ισχύος.

Παλαιστίνη: εκεχειρία υποδούλωσης και εθνοκάθαρσης

Η περίπτωση της Παλαιστίνης αποτελεί το πιο καθαρό παράδειγμα των ορίων των εκεχειριών που «συνάπτουν» Ισραήλ – ΗΠΑ. Παρότι οι μεγάλες στρατιωτικές επιχειρήσεις του σιωνιστικού στρατού έχουν περιοριστεί, η γενοκτονία και η εθνοκάθαρση στη Γάζα συνεχίζονται. Οι περιορισμοί στην είσοδο ανθρωπιστικής βοήθειας, οι ελλείψεις σε τρόφιμα, νερό και φάρμακα, καθώς και οι συνεχείς δολοφονίες αμάχων, δείχνουν ότι η σιωνιστική βία δεν έχει σταματήσει στην πράξη.

Παράλληλα, η Δυτική Όχθη βρίσκεται σε φάση εντεινόμενης πίεσης. Επιθέσεις εποίκων, κατεδαφίσεις κατοικιών και νέες πολιτικές ελέγχου δημιουργούν ένα περιβάλλον σταδιακής de facto προσάρτησης. Η συζήτηση για την περιοχή συνοδεύεται από την προώθηση όρων όπως «Ιουδαία και Σαμάρια», που αντανακλούν την προσπάθεια εδραίωσης διαφορετικής πολιτικής και ιστορικής αφήγησης.

Στη Γάζα, η «δυτική – αστική» συζήτηση έχει ήδη μετατοπιστεί από τον πόλεμο στην «επόμενη μέρα». Σχέδια ανοικοδόμησης και οικονομικής ανάπτυξης, που σε πολλές περιπτώσεις περιγράφονται ως πρότυπα τύπου «ριβιέρας», προωθούνται παράλληλα με τη διατήρηση σοβαρών περιορισμών στην κυριαρχία και την ελεύθερη μετακίνηση του παλαιστινιακού πληθυσμού. Το βασικό ερώτημα στο ποιος θα ελέγχει αυτή τη διαδικασία και με ποιους πολιτικούς όρους απαντάται όχι από μια ανεξάρτητη κυβέρνηση Παλαιστίνιων, όχι από κάποιο συμβούλιο του ΟΗΕ, αλλά από το «συμβούλιο ειρήνης Τραμπ».

Η εμφανώς αδύναμη και υπάκουη Παλαιστινιακή Αρχή βρίσκεται σε μια διαρκή συζήτηση και πιέσεις για εκλογικές διαδικασίες, χωρίς όμως να έχει διαμορφωθεί ένα σταθερό ή εγγυημένο εκλογικό πλαίσιο. Πραγματοποιήθηκαν περιορισμένες δημοτικές εκλογές σε τμήματα της Δυτικής Όχθης και σε μία μόνο περιοχή της Γάζας (Deir al-Balah), δηλαδή δεν έγινε ενιαία εκλογική διαδικασία για το σύνολο του παλαιστινιακού πληθυσμού. Δεν υπήρξε οργανωμένη συμμετοχή των βασικών οργανώσεων της Παλαιστινιακής Αντίστασης πέρα από δυνάμεις που συνδέονται κυρίως με τη Φατάχ και τοπικούς ανεξάρτητους συνδυασμούς. Η Χαμάς και άλλες αντίστοιχες οργανώσεις δεν συμμετείχαν με οργανωμένα ψηφοδέλτια, γεγονός που αντανακλά τόσο τους πολιτικούς και θεσμικούς περιορισμούς όσο και τον κατακερματισμό του παλαιστινιακού πολιτικού συστήματος υπό συνθήκες κατοχής και σύγκρουσης. Οι διαδικασίες αυτές αφορούσαν αποκλειστικά τοπικά συμβούλια και ζητήματα διαχείρισης βασικών υπηρεσιών, δεν αποτελούσαν διαδικασία συγκρότησης κεντρικής πολιτικής εξουσίας. Ωστόσο, το κεντρικό πολιτικό διακύβευμα για την παλαιστινιακή κοινωνία και την αντίσταση δεν είναι μόνο η διοίκηση, αλλά η διεθνής αναγνώριση ενός πραγματικά ανεξάρτητου παλαιστινικού κράτους.

Στο πλαίσιο αυτό, ακόμη και μετά την εκεχειρία του Οκτώβρη του 2025, έχουν καταγραφεί εκατοντάδες περιπτώσεις για συνεχόμενους βομβαρδισμούς και χρήση βαρέων όπλων σε κατοικημένες περιοχές, γεγονός που ενισχύει την αίσθηση ότι η «μεταπολεμική» κατάσταση παραμένει εξαιρετικά ρευστή και βίαιη. Η κρίσιμη διάσταση που αναδεικνύεται είναι ότι η εκεχειρία δεν έχει βελτιώσει ουσιαστικά τις υλικές συνθήκες ζωής του παλαιστινιακού πληθυσμού. Για μεγάλα τμήματα της κοινωνίας, η καθημερινότητα δεν διαφοροποιείται θετικά σε σχέση με την περίοδο των ανοιχτών στρατιωτικών επιχειρήσεων, καθώς η πείνα, ο εκτοπισμός και η καταστροφή υποδομών παραμένουν ως η ολέθρια καθημερινότητα. Η γενοκτονική βία δεν έχει τερματιστεί – έχει μετασχηματιστεί σε πιο διάχυτη και διαρκή μορφή.

Ταυτόχρονα, η εκεχειρία δεν έχει ανοίξει καμία πραγματική πολιτική ή διπλωματική διέξοδο προς την κατεύθυνση της ανεξάρτητης παλαιστινιακής κρατικής συγκρότησης. Η «λύση» που προωθείται διεθνώς παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα πλαίσιο διαχείρισης της κατοχής, χωρίς εγγυήσεις κυριαρχίας, χωρίς πλήρη έλεγχο εδαφών και χωρίς ουσιαστικό δικαίωμα επιστροφής των προσφύγων. Έτσι, η εκεχειρία λειτουργεί όχι ως μετάβαση προς την ειρήνη, αλλά ως μηχανισμός σταθεροποίησης μιας συνθήκης που παραμένει δομικά αποικιακή και προς όφελος των σιωνιστών ως τοποτηρητών του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στη Μέση Ανατολή.

Λίβανος: εκεχειρία υπό κατοχή

Η πρόσφατη εκεχειρία και οι τριμερείς διαπραγματεύσεις μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Λιβάνου παρουσιάζονται ως προσπάθεια σταθεροποίησης των συνόρων και αποφυγής περαιτέρω κλιμάκωσης. Ωστόσο, η πραγματικότητα στο έδαφος δείχνει ένα πιο σύνθετο και εύθραυστο τοπίο καθώς δεν σηματοδοτεί το τέλος του πολέμου αλλά τη θεσμοποίηση μιας νέας φάσης του.

Μέχρι τα μέσα Ιουνίου, το Ισραήλ είχε εντείνει τις αεροπορικές και χερσαίες επιχειρήσεις, πραγματοποιώντας εκατοντάδες επιθέσεις και επεκτείνοντας τη χερσαία εισβολή στο νότιο τμήμα της χώρας και περνώντας τον ποταμό Λιτάνι μέχρι τα περίχωρα της Ναμπατίγια, με χιλιάδες νεκρούς κατοίκους και πάνω από 10.000 τραυματίες και συστηματική καταστροφή υποδομών. Ολόκληρος ο Νότιος Λίβανος, περίπου το 20% του λιβανικού εδάφους, έχει χαρακτηριστεί ως ζώνη μάχης από τον σιωνιστικό στρατό, συμπεριλαμβανομένων πόλεων όπως η Τύρος και η Ναμπατίγια.

Οι επιθέσεις δεν περιορίστηκαν στο μέτωπο. Ισραηλινά πλήγματα στα νότια προάστια της Βηρυτού και τη Σιδώνα, προκάλεσαν απώλειες αμάχων, ενώ ιστορικά και πολιτιστικά μνημεία έχουν υποστεί ζημιές. Παράλληλα, καταστράφηκαν κρίσιμες υποδομές νερού και ενέργειας, στοιχείο που δείχνει ότι ο πόλεμος δεν στοχεύει μόνο στρατιωτικές δυνάμεις αλλά και τις βασικές δυνατότητες επιβίωσης του πληθυσμού.

Την ίδια στιγμή, η Χεζμπολάχ δεν σταμάτησε τις επιχειρήσεις με drones και πυραύλους εναντίον ισραηλινών θέσεων, με τον ηγέτη της Ναΐμ Κασέμ να δηλώνει ότι η σύγκρουση αποτελεί «την αρχή του τέλους του Ισραήλ». Η οργάνωση απορρίπτει κάθε σχέδιο αφοπλισμού, όσο συνεχίζεται αυτό που θεωρεί ισραηλινή κατοχή στο Νότο, και παρουσιάζει τα όπλα της ως εσωτερικό ζήτημα κυριαρχίας.

Οι ΗΠΑ, το Ισραήλ και ο Λίβανος προχώρησαν σε νέο γύρο τριμερών διαπραγματεύσεων στην Ουάσιγκτον (2-3 Ιουνίου). Μια εκεχειρία για τερματισμό των επιθέσεων της Χεζμπολάχ και σταδιακή απομάκρυνση των μαχητών της από τον Νότο, τη δημιουργία «πιλοτικών ζωνών» όπου ο έλεγχος θα περνά στον επίσημο λιβανικό στρατό. Το κείμενο δεν προβλέπει πλήρη αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων, γεγονός που αφήνει ανοιχτό το ζήτημα της κατοχής, φανερώνοντας μια αδύναμη υποχώρηση της κυβέρνησης του Λιβάνου και μια ακρως επεκτατική πρόθεση του Ισραήλ. Η συμφωνία αυτή απορρίφθηκε από τη Χεζμπολάχ, η οποία τη χαρακτήρισε σχέδιο εξόντωσης ενός τμήματος του λιβανικού πληθυσμού και υποταγής του υπόλοιπου. Αυτη η υποτιθέμενη συμφωνία εκεχειρίας διεμβολίστηκε καθώς οι εχθροπραξίες δεν σταμάτησαν. Ισραηλινές επιθέσεις προκάλεσαν δεκάδες νέους θανάτους μέσα σε λίγες ημέρες, ενώ η Χεζμπολάχ ανακοίνωσε νέες επιχειρήσεις εναντίον ισραηλινών δυνάμεων. Νέα εύθραυστη συμφωνία κατάπαυσης πυρός μεταξύ Χεζμπολάχ και Ισραήλ παραμερίζοντας την Λιβανέζικη κυβέρνηση ανακοινώθηκε 19 Ιουνίου εν μέσω σφοδρών συγκρούσεων.

Ταυτόχρονα, το ζήτημα του Λιβάνου εντάχθηκε πλέον ρητά στο ευρύτερο πλαίσιο διαπραγματεύσεων ΗΠΑ – Ιράν, ως προαπαιτούμενο του Ιράν για τη μη κατάρρευση των συνομιλιών. Ο ΟΗΕ εξετάζει ακόμη και αντικατάσταση της UNIFIL (ειρηνευτική στρατιωτική αποστολή του ΟΗΕ από την ισραηλινή εισβολή του 1978 που έχει επανειλημμένα στοχοποιηθεί από τον σιωνιστικό στρατό τον τελευταίο χρόνο) μετά τη λήξη της εντολής της, γεγονός που δείχνει ότι η διεθνής θεσμική διαχείριση της σύγκρουσης βρίσκεται επίσης σε φάση αναδιάταξης.

Στον Λίβανο, λοιπόν, η εκεχειρία δεν είναι τέλος του πολέμου ούτε λύνει τις αντιφάσεις του λιβανικού συστήματος. Είναι η μετατροπή του πολέμου σε καθεστώς διαρκούς ελέγχου, όπου η σιωνιστική στρατιωτική παρουσία και η ανθρωπιστική κρίση συνυπάρχουν μέσα στο ίδιο πεδίο όπου διεθνείς και περιφερειακές δυνάμεις επιχειρούν να επηρεάσουν τον μελλοντικό προσανατολισμό της χώρας. Η παραμονή των σιωνιστικών στρατευμάτων στο Νότιο Λίβανο μετατρέπουν πλέον την επέμβαση – εισβολή σε de facto κατοχή – προσάρτηση.

Ιράν: εκεχειρία ως ιμπεριαλιστικό σχέδιο ή αντι-ιμπεριαλιστική νίκη;

Παρά τις πιέσεις, τις κυρώσεις και τις στρατιωτικές απειλές, το Ιράν δεν έχει καταρρεύσει, ούτε έχει υποστεί στρατηγική ήττα. Η στρατιωτική του ικανότητα απέναντι σε ΗΠΑ και Ισραήλ αποδείχθηκε επαρκής ώστε να αναχαιτίσει μια πλήρη ανατροπή. Το Ιράν συνεχίζει να λειτουργεί ως καθοριστική περιφερειακή δύναμη, αξιοποιώντας δίκτυα συμμαχιών και οικονομικών σχέσεων.

Το περιεχόμενο της διαπραγμάτευσης ΗΠΑ – Ιράν (ή όπως χαρακτηριστικά το κατονομάζουν οι ίδιοι «μνημόνιο κατανόησης» αποφεύγοντας ακόμα και την λέξη «ειρήνη») δεν παραπέμπει σε μια στρατηγική νίκη κάποιας από τις δύο πλευρές, αλλά σε μια προσπάθεια επαναρρύθμισης του προηγούμενου καθεστώτος ελέγχου που είχε διαμορφωθεί πριν την κλιμάκωση των συγκρούσεων και την αμερικανική στρατιωτική και πολιτική παρέμβαση. Στον πυρήνα της «επιχειρούμενης συμφωνίας» βρίσκεται η δέσμευση του Ιράν να επανέλθει σε καθεστώς αυξημένων περιορισμών και διεθνούς εποπτείας του πυρηνικού του προγράμματος, με αντάλλαγμα την παύση των αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων και τη σταδιακή ομαλοποίηση κρίσιμων οικονομικών και ενεργειακών διαύλων. Επίσης, καθορίζεται η απρόσκοπτη λειτουργία των θαλάσσιων οδών του Περσικού Κόλπου και ιδιαίτερα των Στενών του Ορμούζ χωρίς ναύλους, από τα οποία διέρχεται σημαντικό ποσοστό του παγκόσμιου εμπορίου ενέργειας και εξαρτώνται οι ενεργειακές ανάγκες δεκάδων χωρών και μεγάλων οικονομιών.

Οι ΗΠΑ δεν είχαν ως αυτοσκοπό την πτώση του καθεστώτος Χαμενεΐ και την επαναφορά του Σάχη, όπως αντίστοιχα δεν είχαν ως προϋπόθεση την τοποθέτηση της Ματσάδο στη Βενεζουέλα. Ο στρατηγικός τους στόχος δεν εξαντλείται στην αλλαγή καθεστώτων, αλλά στη μετατροπή τόσο των εχθρικών όσο και των συμμαχικών κρατών σε υποκείμενα διαρκούς πειθάρχησης και ενσωμάτωσης. Ακόμα και η ανακοίνωση επενδυτικών κεφαλαίων ύψους 300δις δεν αποτελούν απευθείας μεταφορά αμερικάνικου χρήματος για ιρανικές ανοικοδομήσεις, αλλά επιχείρημα στις αγορές και τα κράτη του Κόλπου ότι εδώ «μπορούμε να ξαναφάμε», (οι ΗΠΑ) «δίνουμε το εχέγγυο». Οι ΗΠΑ μεταφέρουν το κόστος στις «σύμμαχες» χώρες του Κόλπου αλλά κρατάνε για τον εαυτό τους τα κέρδη.

Το Ιράν διατηρεί το πολιτικό του καθεστώς και τη βασική του κρατική υπόσταση, ενώ οι ΗΠΑ αναβαθμίζουν τον ρόλο του εγγυητή και ρυθμιστή των βασικών ενεργειακών και εμπορικών διαδρομών της περιοχής εις βάρος όλων των υπολοίπων μεγάλων οικονομιών Ευρώπης – Κόλπου – Ασίας. Δεν πρόκειται επομένως για αποχώρηση του αμερικανικού παράγοντα από τη Μέση Ανατολή αλλά για επαναβεβαίωση της δυνατότητάς του να παρεμβαίνει, να επιβάλλει όρους και να καθορίζει τους κανόνες του παιχνιδιού χωρίς να απαιτείται απαραίτητα η πλήρης στρατιωτική συντριβή του αντιπάλου. Το γεγονός ότι το Ιράν δεν κατέρρευσε δεν σημαίνει αυτομάτως ότι οι ΗΠΑ ηττήθηκαν, αντίστοιχα, το γεγονός ότι οι ΗΠΑ δεν πέτυχαν αλλαγή καθεστώτος δεν σημαίνει ότι εγκατέλειψαν τον στρατηγικό στόχο ελέγχου της περιοχής, το γεγονός ότι δεν υλοποιήθηκαν οι πυρηνικές απειλές του Τραμπ δεν έχει φέρει τους λαούς σε παγκόσμια ευημερία και αίσθημα ασφάλειας.

Με την ανακοίνωση για συμφωνία και όρους ειρήνευσης, πλειοψηφία της αριστεράς εσπευσε να πανηγυρίσει, όπως ακριβώς έκανε με τις περίφημες «τραμπικές εκεχειρίες» για την Παλαιστίνη. Κάθε προσπάθεια ειρήνευσης φαντάζει ανάσα για τους λαούς που πλήττονται, όμως μια αποικιοκρατικού τύπου ειρήνη που δεν εμπεριέχει δικαιοσύνη και που μετατρέπει την εργατική τάξη σε σκλάβους των ιμπεριαλιστών δεν είναι η προοπτική που θα υποστηρίξουμε. Η κρίσιμη ερώτηση δεν είναι αν σταματάνε οι βομβαρδισμοί, αλλά αν συνεχίζονται με «ειρηνικά» μέσα.

Όχι στην ειρήνη των σκλάβων

Αυτό που ενώνει την Παλαιστίνη, τον Λίβανο και το Ιράν δεν είναι η μόνο η μορφή της σύγκρουσης δηλαδή οι σιωνιστικές εισβολές και ο αμερικάνικος σχεδιασμός επιβολής, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο οι συγκρούσεις αυτές διαχειρίζονται από τον ιμπεριαλισμό. Οι προτεινόμενες εκεχειρίες των Τραμπ – ΗΠΑ δεν αποτελούν επουδενί ένα σαφές τέλος του πολέμου και των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων, αλλά μεταβατικές φάσεις μέσα σε έναν συνεχή ανταγωνισμό για ισχύ, επιρροή και οικονομικό έλεγχο, που ξεπερνάει τα κράτη της Μέσης Ανατολής και έχει επίσης στόχο ευρωπαϊκά και ασιατικά κράτη – ανταγωνιστές των ΗΠΑ.

Η ταξική ανάλυση για τον ιμπεριαλισμό δεν μπορεί να περιορίζεται σε στιγμιαίες «νίκες» ή «ήττες» κρατών, αλλά οφείλει να εξετάζει τη συνολική αναπαραγωγή των σχέσεων κυριαρχίας σε βάθος χρόνου, όπου οι εκεχειρίες και οι συμφωνίες αποτελούν εργαλεία διαχείρισης και όχι υπέρβασής τους. Τμήματα της αριστεράς που προβάλλουν ως «εναλλακτικά μοντέλα» τις περιπτώσεις της Βενεζουέλας, της Κούβας ή του Ιράν, ως απάντηση σε καθεστώτα αποκλεισμών και κυρώσεων και ως παραδείγματα ένταξης ή επανένταξης στις διεθνείς αγορές, τείνουν συχνά να μετατοπίζουν το κέντρο της ανάλυσης από τη σοσιαλιστική προοπτική σε μορφές κρατικά ρυθμιζόμενης καπιταλιστικής διαχείρισης.

Η έμφαση στην επιβίωση εντός του παγκόσμιου εμπορικού και χρηματοπιστωτικού συστήματος, ακόμη και υπό συνθήκες πίεσης, δεν συνιστά από μόνη της υπέρβαση των καπιταλιστικών σχέσεων, αλλά διαφορετική μορφή ένταξης σε αυτές. Με αυτόν τον τρόπο, η συζήτηση για τον ιμπεριαλισμό τείνει να περιορίζεται σε ζητήματα εξωτερικής πίεσης και γεωπολιτικής αντιπαράθεσης, ενώ υποβαθμίζεται το ζήτημα της κοινωνικής σχέσης εξουσίας στο εσωτερικό αυτών των σχηματισμών. Έτσι, αντί για μια καθαρή σοσιαλιστική προοπτική ρήξης με τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και κυριαρχίας, αναδεικνύονται μορφές κρατικής διαχείρισης που παραμένουν εντός του πλαισίου της διεθνούς αγοράς και της λογικής της ανταγωνιστικότητας, ανάγοντας τον νεοφιλελευθερισμό του 20ου αιώνα ως «δρόμο/στάδιο» για την αντι-ιμπεριαλιστική στρατηγική και την αποτροπή της τραμπομποίησης της πολιτικής σήμερα.

Η μακροχρόνια πίεση και ο ιμπεριαλιστικός αποκλεισμός οδηγούν σε εσωτερική αναδιάταξη προς μορφές διαχείρισης που αποδέχονται βασικούς κανόνες της αγοράς, ακόμη κι αν διατηρούν κρατικό έλεγχο σε κρίσιμους τομείς. Στην Κούβα, η πρόσφατη έγκριση οικονομικών μεταρρυθμίσεων για άνοιγμα σε ξένες επενδύσεις, αναδιοργάνωση κρατικών επιχειρήσεων και ενίσχυση μηχανισμών αγοράς, αποτυπώνει μια ενσωμάτωση στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία. Στη Βενεζουέλα, αμέσως μετά την απαγωγή του προέδρου Μαδούρο, ξεκίνησε μια σταδιακή χαλάρωση της αντιπαράθεσης με τις ΗΠΑ και επανενεργοποίηση της διαπραγμάτευσης για το πετρέλαιο και τις διεθνείς αγορές αποτυπώνοντας μια αντίστοιχη διαδικασία προσαρμογής σε συνθήκες παρατεταμένης οικονομικής πίεσης και κυρώσεων.

Η ειρήνη που «ζουν» σε Γάζα – Βενεζουέλα δεν είναι η ειρήνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά η ειρήνη της Ελλάδας υπό ναζιστική κατοχή το 1941-44. Η αριστερά δεν έχει την ευχέρεια στις αναλύσεις της να εγκαταλείπει κάθε ταξικό στοιχείο και αντ’ αυτού να αφοσιώνεται στη γεωπολιτική ως εξωτερική πολιτική αστικής διακυβέρνησης. Ο ιμπεριαλισμός δεν σταματά με πράξεις διεθνών θεσμών και αστικών κρατών, ενώ η εργατική τάξη έχει εξαφανιστεί από κάθε σημείο ταξικής παρέμβασης και αμφισβήτησης. Ο ιμπεριαλισμός σε αυτή τη φάση της κρίσης σταματά είτε με πυρηνικό όλεθρο από άλλο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο είτε με σοσιαλιστική επανάσταση. Να μην παλέψουμε για ένα κίνημα που λειτουργεί μόνο ως μοχλός πίεσης ούτε ως αντιπολίτευση, αλλά ως εργαλείο άσκησης πολιτικής που οργανώνει την κατάληξη της εξουσίας από τους καπιταλιστές. Να χρησιμοποιήσουμε τον κερδισμένο χρόνο της κάθε εκεχειρίας και πολεμικής ανακωχής για να προετοιμάσουμε τη δική μας εργατική διεθνιστική κομμουνιστική στρατηγική.

Κ.Μ.