Αντιφασιστική Φρουρά | Τεύχος 76 | ΣΕΠ 2026
Έξι μήνες μετά την έναρξη των αμερικανικών και ισραηλινών επιθέσεων κατά του Ιράν, η σύγκρουση εξακολουθεί να μην έχει ορατό δρόμο προς τον τερματισμό της. Διέξοδο από μια στρατιωτική επέμβαση που πήγε στραβά αναζητά διακαώς η κυβέρνηση Τραμπ, με το τελευταίο χαρτί που επιστράτευσε απέναντι στο Ιράν να δημιουργεί νέα ερωτήματα για την εξέλιξη του πολέμου και τον ρόλο τρίτων δυνάμεων σε αυτή.
Οι ΗΠΑ θα προσέγγιζαν ένα πρόγραμμα πυρηνικού αφοπλισμού του Ιράν παρακάμπτοντας την τακτική της απευθείας διπλωματίας. Φαίνεται, όμως, ότι αυτή η κίνηση δεν έχει οδηγήσει πουθενά, έτσι οι Αμερικάνοι αξιωματούχοι στρέφονται προς κλιμακούμενες οικονομικές κυρώσεις, προσπαθώντας να εισάγουν ένα ακόμα στοιχείο εξαναγκασμού. Ο Τραμπ, πέρασε από έναν σύντομο γύρο διπλωματίας κατευθείαν σε βομβαρδισμούς, με στόχο να την αποδυναμώσει· ένας από αυτούς τους τρόπους ήταν να εξαναγκάσει τη χώρα να σφραγίσει τα αποθέματα ουρανίου της. Οι επιθέσεις απέτυχαν και στους δύο στόχους, με τίμημα δεκάδες ζωές Αμερικανών, εκατοντάδες ή χιλιάδες νεκρούς Ιρανούς και κόστος που υπολογίζεται σε περισσότερα από 100 δισεκατομμύρια δολάρια, αν και οι εκτιμήσεις του Πενταγώνου είναι χαμηλότερες.
Τώρα, επιχειρούν ακόμη ένα μεγάλο πείραμα, με την ονομασία «Operation Economic Outcast», το οποίο ο Λευκός Οίκος περιέγραψε ως «μια άνευ προηγουμένου εκστρατεία για να κοπεί κάθε εναπομείνασα οικονομική σανίδα σωτηρίας που στηρίζει την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν». Το σχέδιο αυτό προβλέπει τον αποκλεισμό και της τελευταίας συναλλαγής που διοχετεύει χρήματα στο Ιράν, είτε πρόκειται για καλά συγκαλυμμένες ψηφιακές συναλλαγές, είτε για μεταφορτώσεις πετρελαίου από πλοίο σε πλοίο, είτε για τη διακίνηση χρυσού ανά τον κόσμο. Ο κλήρος πέφτει αρχικά στην Κίνα που αγόρασε περισσότερο από το 80% των εξαγωγών πετρελαίου του Ιράν το 2025. Το σχέδιο μπάζει και αυτό φαίνεται αρχικά από το ερώτημα γιατί δεν επιλέχθηκε να εφαρμοστεί εξ αρχής πριν πραγματοποιήσει τη στρατιωτική επέμβαση, προτού ο Τραμπ διατάξει τον αμερικανικό στρατό να εμπλακεί στη μάχη, αποκαλύπτοντας τις ελλείψεις σε κρίσιμα πυρομαχικά και τα όρια της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος.
Ο ρόλος της Κίνας παραμένει ένα λεπτό ζήτημα. Ο Μπέσεντ, ο νεότερος Υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ απείλησε με τις λεγόμενες «δευτερογενείς κυρώσεις» όλες τις χώρες που θα συνέχιζαν να συναλλάσσονται με το Ιράν. Οι ΗΠΑ έχουν δεσμευτεί σε στρατιωτική παρουσία στα ανοικτά των ακτών του Ιράν για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, σίγουρα όμως για όσο το Ιράν απειλεί τη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ και όντως οι μεταφορές έχουν περιοριστεί στο ελάχιστο, χάρη στον ναυτικό αποκλεισμό που βρίσκεται τώρα σε ισχύ. Η κυβέρνηση επιβιώνει, αν και υπό διαφορετική ηγεσία, μετά τον θάνατο του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ στα πρώτα πλήγματα του πολέμου τον Φεβρουάριο.
Ο Τραμπ παρότρυνε τον ιρανικό λαό να εξεγερθεί και να αναλάβει την κυβέρνηση, αφού θα είχε κατακαθίσει ο καπνός από τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς, αλλά δεν έχει πετύχει η αποσταθεροποιήση του καθεστώτος. Έτσι, βρίσκεται πλέον μπροστά σε ένα κρίσιμο δίλημμα το οποίο από τη μία λέει να διαθέσει δισεκατομμύρια για την αποκατάσταση των βάσεων που επλήγησαν μέσω ιρανικών επιθέσεων ή να επανεξετάσει συνολικά τον τρόπο με τον οποίο διατηρεί στρατιωτικές δυνάμεις στην περιοχή.
Οι ΗΠΑ σχεδιάζουν νέες επιχειρήσεις επιθέσεων στη Μέση Ανατολή καθώς το αμερικανικό Ινστιτούτο Επιχειρήσεων υπολόγισε τον Απρίλιο ότι η αποκατάσταση των ζημιών σε 11 αμερικανικές βάσεις, οι οποίες βρίσκονται σε επτά χώρες της Μέσης Ανατολής, θα μπορούσε να κοστίσει περίπου 5 δισ. Δολάρια. Η μετακίνηση αμερικανικών δυνάμεων προς το Ισραήλ, την Ιορδανία και την Ευρώπη έχει ως στόχο να περιορίσει την έκθεσή τους στους ιρανικούς πυραύλους μικρού βεληνεκούς. Ωστόσο, η Τεχεράνη αναμένεται να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα ενισχύοντας το οπλοστάσιό της με συστήματα μεγαλύτερης εμβέλειας και θα προσπαθήσει να προσαρμόσει αντίστοιχα τις δυνατότητές της.
Παράλληλα, η διατήρηση της Αμερικής ενός τόσο εκτεταμένου δικτύου βάσεων στον Περσικό Κόλπο και στην ευρύτερη περιοχή μειώνεται. Οι ΗΠΑ αποχώρησαν από τη Συρία τον Απρίλιο του 2026 και βρίσκονται στη διαδικασία τερματισμού της στρατιωτικής τους παρουσίας στο Ιράκ. Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να οδηγήσει σε σημαντική μείωση του αριθμού των περίπου 35.000 Αμερικανών στρατιωτών που βρίσκονται σήμερα στην περιοχή, με στόχο την επιστροφή σε επίπεδα πριν από το 2003.
Η Μέση Ανατολή δεν έχει σταματήσει να βρίσκεται στο επίκεντρο σημαντικών εξελίξεων, οι οποίες επηρεάζουν όχι μόνο τις χώρες της περιοχής αλλά και τις διεθνείς σχέσεις, την παγκόσμια οικονομία, καθώς και τις διεθνείς σχέσεις σε ολόκληρο τον πλανήτη. Οι επιθέσεις της Αμερικής στο Ιράν, οι εξελίξεις στον Λίβανο, ο ρόλος της Τουρκίας και οι ευρύτερες στρατηγικές επιλογές των ΗΠΑ δημιουργούν ένα ιδιαίτερα σύνθετο περιβάλλον. Παράλληλα, η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ παραμένει κρίσιμη, επηρεάζοντας τη διεθνή ναυσιπλοΐα και τις αγορές ενέργειας και εξαγωγών. Η αμερικανική κυβέρνηση φαίνεται πλέον να μετατοπίζει σταδιακά το βάρος από τη στρατιωτική δράση προς την οικονομική πίεση και τις κυρώσεις ξανά.
Οι συνέπειες της σύγκρουσης είναι ήδη εμφανείς σε πολλά επίπεδα, όσο κι αν ο Τραμπ τις αποκρύπτει προσπαθώντας να δείξει ανεπηρέαστος. Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, ο πόλεμος έχει επηρεάσει τη δημοτικότητα του Αμερικανού προέδρου και έχει εντείνει τις πολιτικές αντιθέσεις σχετικά με την αμερικανική στρατιωτική παρουσία και τις επιθέσεις στις άλλες χώρες. Η αστάθεια ολοένα και αυξάνεται, ενώ οι σύμμαχοι των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή έχουν βρεθεί περισσότερο εκτεθειμένοι, όπως ολόκληρη η Ευρώπη. Την ίδια στιγμή, η παγκόσμια οικονομία δέχεται συνεχώς πιέσεις από την άνοδο του κόστους της ενέργειας και τις διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ιδιαίτερη σημασία αποκτούν οι εξελίξεις στον Λίβανο και η προσπάθεια του λιβανέζικου κράτους να αποκαταστήσει την παρουσία και την εξουσία του.
Το λιβανέζικο κράτος επιχειρεί να επαναφέρει την εξουσία και την παρουσία του σε ολόκληρη τη χώρα, αντιμετωπίζοντας όμως δυσκολίες. Η προσπάθεια αυτή αφορά στον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ, όπως απαιτούν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ. Η Χεζμπολάχ όμως ως μοναδική δύναμη κρατήματος της αντίστασης έχει δημιουργήσει ένα σύστημα κοινωνικής υποστήριξης. Η συνεχιζόμενη ισραηλινή στρατιωτική παρουσία και οι επιθέσεων στο λιβανέζικο έδαφος, περιορίζουν την ικανότητα της κυβέρνησης να παρουσιάσει τον εαυτό της ως αποτελεσματικό προστάτη της χώρας. Η επιλογή της να προσπαθεί να διαπραγματευτεί με τον Νετανιάχου αποδυναμώνει ακόμη περισσότερο τη θέση του Λιβάνου, χωρίς να απαντά στις επιθέσεις του. Κάθε φορά που το Ισραήλ βομβαρδίζει λιβανέζικο έδαφος και το κράτος δεν αντιδρά, οι ισραηλινές επιθέσεις συνεχίζονται παρά τις διαπραγματεύσεις μεταξύ τους. Ιδιαίτερα όταν η τελευταία απάντηση της Χεζμπολάχ ήταν τον περασμένο Μάρτη, όπου εκτόξευσε πυραύλους εναντίον του Ισραήλ, ως υποστήριξη της Παλαιστινιακής αντίστασης.
Η δυσπιστία απέναντι στο κράτος συνδέεται και με το γεγονός ότι μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν θεωρεί πως η λιβανέζικη κυβέρνηση διαθέτει την απαραίτητη ισχύ και ανεξαρτησία για να προστατεύσει τους πολίτες. Για πολλές οικογένειες, ιδιαίτερα στις περιοχές όπου η Χεζμπολάχ έχει ισχυρή κοινωνική και πολιτική επιρροή, η οργάνωση έχει επί δεκαετίες καλύψει ανάγκες τις οποίες το κράτος δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει. Πολλοί εκτοπισμένοι Λιβανέζοι έχουν βιώσει την ισραηλινή κατοχή, ενώ οι συγγενείς τους (μέλη της Χεζμπολάχ) σκοτώθηκαν από τον ισραηλινό στρατό. Σε πολλές περιπτώσεις τα ενοίκια και τα καθημερινά τους έξοδα εξασφαλίζονται μέσω της Χεζμπολάχ. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η οργάνωση παρείχε ακόμη και μηνιαία οικονομικά επιδόματα και πακέτα βοήθειας σε οικογένειες που δεν ήταν απαραίτητα συνδεδεμένες μαζί της. Η σχέση της με την κοινωνία έχει οικοδομηθεί εδώ και δεκαετίες και δεν μπορεί να ανατραπεί ακόμα και με την αφαίρεση των όπλων της. Όχι πως κάτι τέτοιο είναι απλό πράγμα. Η αποχώρηση του Ισραήλ από τον νότιο Λίβανο αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την ομαλοποίηση της χώρας, αλλά αυτή η εξέλιξη δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα. Δεν υπάρχει σαφές χρονοδιάγραμμα ισραηλινής αποχώρησης.
Στην Παλαιστίνη οι συνεχείς επιθέσεις έχουν αφήσει πίσω χιλιάδες νεκρούς, τραυματίες, εκτοπισμένους, κατεστραμμένα σπίτια, νοσοκομεία και σχολεία. Η Παλαιστίνη δεν είναι απλώς μια ακόμη είδηση σε έναν κόσμο γεμάτο πολέμους. Είναι ένας λαός που εδώ και δεκαετίες ζει υπό κατοχή, εκτοπισμό, αποκλεισμό και πολιτική βία. Σήμερα, η κατάσταση στη Γάζα παραμένει δραματική, παρά την υποτιθέμενη εκεχειρία. Καμία εκεχειρία του Τραμπ και του Νετανιάχου δεν έφερε πραγματική ασφάλεια στους Παλαιστινίους. Οι επιθέσεις συνεχίζονται, με μόνο μέσα στον Ιούλιο του 2026 περίπου 160 Παλαιστίνιοι να σκοτώνονται στη Γάζα. Τις τελευταίες ημέρες, μάλιστα, έχουν καταγραφεί νέες ισραηλινές αεροπορικές επιθέσεις, με νεκρούς μεταξύ των οποίων και παιδιά. Η εκεχειρία δεν σημαίνει ότι κανένας Παλαιστίνιος μπορεί ξαφνικά να επιστρέψει στο σπίτι του, να ανοίξει ξανά το σχολείο της γειτονιάς του ή να επισκεφθεί ένα νοσοκομείο. Σημαίνει το αποτύπωμα της βιαιότητας του σιωνισμού. Η ανθρωπιστική βοήθεια παραμένει ανεπαρκής και οι υποδομές της Γάζας έχουν υποστεί τεράστια καταστροφή.
Η Παλαιστίνη βρίσκεται εδώ και δεκαετίες αντιμέτωπη με την ισραηλινή κατοχή και με ένα σύστημα περιορισμών που επηρεάζει την καθημερινή ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων. Η κατάσταση στη Δυτική Όχθη επιδεινώνεται επίσης. Οι ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις, οι επιθέσεις εποίκων, οι εκτοπισμοί και οι κατασχέσεις γης δημιουργούν μια καθημερινότητα τρομοκρατίας. Φυλακές με ηλεκτροφόρα καλώδια και σημαδεμένους με νούμερα φυλακισμένους Παλαιστινίους κατασκευάζει το σιωνιστικό κράτος. Ειρήνη δεν είναι απλώς να σταματήσουν οι βόμβες για λίγες ημέρες, αλλά να μπορούν όλοι οι Παλαιστίνιοι να κοιμούνται χωρίς να φοβούνται ότι το σπίτι τους θα βομβαρδιστεί, να μπορούν να ζουν χωρίς τον φόβο του εκτοπισμού. Είναι να μπορεί καθένας/καθεμία να φαντάζεται το μέλλον του χωρίς να θεωρεί την κατοχή και τη βία αναπόφευκτο κομμάτι της ζωής του.
Αναλύοντας το σύνολο των πολιτικών εξελίξεων στη Μέση Ανατολή φτάνουμε στην όχι και τόσο παράδοξη κίνηση. Η Τουρκία κινείται προς τη διεθνή αναζήτηση και σύλληψη του Νετανιάχου, στο πλαίσιο υπόθεσης που αφορά την επίθεση και αναχαίτιση του Global Sumud Flotilla, του διεθνούς στολίσκου που επιχείρησε να μεταφέρει ανθρωπιστική βοήθεια στη Γάζα. Τον Ιούλιο του 2026, το τουρκικό δικαστήριο εξέδωσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του Νετανιάχου, ενώ στις 21 Αυγούστου το τουρκικό υπουργείο Δικαιοσύνης ανακοίνωσε ότι ζήτησε να κινηθεί η διαδικασία για έκδοση Red Notice από την Interpol. Οι κατηγορίες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, γενοκτονία, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, βασανιστήρια και παράνομη στέρηση της ελευθερίας. Η υπόθεση αυτή αφορά την επέμβαση των ισραηλινών δυνάμεων εναντίον του στολίσκου σε διεθνή ύδατα και την κράτηση εκατοντάδων ακτιβιστών που επέβαιναν στα πλοία. Οι τουρκικές αρχές υποστηρίζουν ότι πρόκειται για επίθεση εναντίον αμάχων που μετέφεραν ανθρωπιστική βοήθεια προς τη Γάζα. Η κίνηση της Τουρκίας επομένως δεν είναι απλώς μια ακόμη αντιπαράθεση Ερντογάν–Νετανιάχου. Η Τουρκία έχει αυξήσει σημαντικά την επιρροή και τη στρατιωτική της παρουσία στη μετα-Άσαντ Συρία, στηρίζοντας τη νέα συριακή κυβέρνηση, με το Ισραήλ να βλέπει την απειλή για τα δικά του στρατηγικά συμφέροντα. Μάλιστα, μόλις πρόσφατα το Ισραήλ πραγματοποίησε επίθεση σε στρατιωτική βάση στη Συρία, κοντά στην τουρκική ζώνη επιρροής.
Η Παλαιστίνη αποτελεί εδώ και χρόνια κεντρικό στοιχείο της εξωτερικής πολιτικής του Ερντογάν. Η έντονη αντιπαράθεσή του με το Ισραήλ τού επιτρέπει να παρουσιάζει την Τουρκία ως χώρα που υπερασπίζεται τους Παλαιστινίους και αντιστέκεται στην ισραηλινή επιθετικότητα. Αυτό του δίνει σημαντικό διπλωματικό και πολιτικό πλεονέκτημα στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο.
Έξι μήνες μετά την έναρξη των αμερικανικών και ισραηλινών επιθέσεων εναντίον του Ιράν, η σύγκρουση απέχει πολύ από το σύντομο τέλος που είχε προβλέψει ο Ντόναλντ Τραμπ. Αντίθετα, έχει εξελιχθεί σε μια παρατεταμένη κρίση, η οποία προκαλεί πολιτικό κόστος στον Αμερικανό πρόεδρο και δημιουργεί νέες πιέσεις στην αμερικανική στρατηγική. Το Ιράν εξακολουθεί να αντιστέκεται, η κατάσταση στα στενά του Ορμούζ παραμένει τεταμένη και δεν έχει διαμορφωθεί σαφής τρόπος για να τερματιστεί ο πόλεμος. Οι επιπτώσεις της σύγκρουσης είναι ήδη αισθητές και αναμένεται να επηρεάσουν για μεγάλο διάστημα τις ΗΠΑ, το Ιράν, τη Μέση Ανατολή αλλά και την παγκόσμια οικονομία.
Παρά το γεγονός ότι ο Τραμπ υποστηρίζει πως η ιρανική πυραυλική ανάπτυξη και το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας επέβαλαν την αμερικανική επέμβαση, η πλειονότητα των πολιτών δεν φαίνεται να συμφωνεί. Μόλις περίπου το 31% των Αμερικανών δηλώνει ότι στηρίζει τη σύγκρουση. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί προβλήματα και για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, καθώς οι υψηλές τιμές έχουν προκαλέσει δυσαρέσκεια στους ψηφοφόρους. Παράλληλα, ο πόλεμος έχει ενισχύσει τις εσωτερικές διαφωνίες στους Ρεπουμπλικάνους που από τη μία βρίσκονται όσοι τάσσονται υπέρ μιας ταχύτερης αποχώρησης και από την άλλη εκείνοι που θεωρούν ότι η στρατιωτική πίεση προς το Ιράν πρέπει να συνεχιστεί.
Η Μέση Ανατολή δεν έχει αποδειχτεί «περίπατος» για τον ιμπεριαλισμό!
της Μαρίνας Λύρα

