Αντιφασιστική Φρουρά | Τεύχος 73 | ΑΠΡ 2026

Η Κούβα έχει έναν ισχυρό συμβολισμό. Το 1959 έγινε ο Δαυίδ που νίκησε τον Γολιάθ, τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, και αυτό το γεγονός καταγράφηκε ανεξίτηλα στην ιστορία. Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός δεν ξεχνά πως τότε έχασε έναν χώρο που αποτελούσε θέρετρο για την αστική του τάξη, έναν τόπο που είχε μετατραπεί σε ένα απέραντο καζίνο και κέντρο αναψυχής. Εκτός αυτού, η Κουβανική Επανάσταση αποτέλεσε ένα διαρκές σημείο αναφοράς, που ενέπνευσε κινήματα τα οποία πλαισιώθηκαν από εκατομμύρια αγωνιστές σε όλο τον κόσμο. Το πορτρέτο του Τσε Γκεβάρα συνεχίζει μέχρι σήμερα να διακοσμεί δωμάτια και χώρους και είναι σαφές πως οι λόγοι δεν είναι απλώς αισθητικοί, αλλά βαθιά πολιτικοί και συμβολικοί.

Το νησιωτικό κράτος, που απέχει μόλις εκατόν πενήντα χιλιόμετρα από τις αμερικανικές ακτές, υπάρχει ως μια ζωντανή υπενθύμιση πως ο ιμπεριαλισμός δεν είναι ανίκητος και πως το αμερικανικό δόγμα, που αντιμετωπίζει τη Λατινική Αμερική ως την ‘’πίσω αυλή’’ του, διατηρεί ακόμη μια ανοιχτή ιστορική και πολιτική εκκρεμότητα που δεν έχει διευθετηθεί. Ο λόγος είναι προφανώς συμβολικός και ιστορικός, όμως σήμερα αποκτά και έναν άμεσο, πρακτικό χαρακτήρα, ως αναγκαιότητα για την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ.

Η αναθεώρηση της αμερικανικής στρατηγικής προς μια πιο επιθετική και παρεμβατική κατεύθυνση καθιστά την Κούβα άμεση και κομβική προτεραιότητα. Αυτό αποτυπώνεται με ιδιαίτερη σαφήνεια και ένταση στις συνεχείς και επαναλαμβανόμενες δηλώσεις του Τραμπ, αλλά και άλλων κυβερνητικών αξιωματούχων. ‘’Να καταλάβω με κάποιον τρόπο την Κούβα, ναι. Να πάρω την Κούβα. Να την ελευθερώσω, να την καταλάβω. Πιστεύω πως μπορώ να κάνω ό,τι θέλω μαζί της’’, δήλωσε πρόσφατα με κυνισμό ο Τραμπ, αντιμετωπίζοντας με υποτιμητικό τρόπο ένα ανεξάρτητο, κυρίαρχο κράτος και ομολογώντας ουσιαστικά τις πραγματικές του προθέσεις.
Βρισκόμαστε στον απόηχο της στρατιωτικής επέμβασης των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα και της απαγωγής του προέδρου Μαδούρο. Η μείωση της άντλησης πετρελαίου από τη Βενεζουέλα τον προηγούμενο καιρό, σε συνδυασμό με την παρουσία αμερικανικών πολεμικών πλοίων που εμπόδιζαν τη διέλευση των πετρελαιοφόρων στην περιοχή και την πειρατική παρέμβαση στην προσπάθεια της Βενεζουέλας να εξάγει πετρέλαιο, είχαν ήδη μειώσει αισθητά τις εισαγωγές πετρελαίου της Κούβας, για την οποία η Βενεζουέλα αποτελούσε βασικό προμηθευτή. Μετά την επέμβαση, η προμήθεια εκμηδενίστηκε, και η Κούβα αντιμετωπίζει σοβαρή έλλειψη πρώτης καύσιμης ύλης.

Αμάξια σχεδόν δεν κινούνται πλέον στους δρόμους της Αβάνας, ενώ τα μπλακ άουτ στον ηλεκτρισμό έχουν γίνει καθημερινότητα για εκατομμύρια Κουβανούς. Αν προσθέσουμε και τις νέες κυρώσεις που επέβαλαν πρόσφατα οι ΗΠΑ, η Κούβα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια επικείμενη ανθρωπιστική κρίση, η οποία, σύμφωνα με αναλύσεις, είναι η σοβαρότερη που έχει αντιμετωπίσει μετά την Επανάσταση.
Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει την υπόθεση ο ιμπεριαλισμός έχει πάψει να είναι καινούργιος και να προκαλεί εκπλήξεις, μόλις έναν χρόνο μετά την εκλογή του Τραμπ. Η εξωτερική πολιτική δεν στοχεύει στη συνεργασία ή στη σύναψη συμβολαίων αμοιβαίου οφέλους, αλλά στην πλήρη υποταγή και την ταύτιση κυβερνήσεων με τις προσταγές του αμερικανικού κεφαλαίου. Η Κούβα μπορεί να μην διαθέτει πλούσια κοιτάσματα όπως η Βενεζουέλα ή το Ιράν, όμως οι αναφορές του Τραμπ για τις όμορφες ακτές της κάνουν σαφές ποιος είναι ο προορισμός της σε περίπτωση που οι ΗΠΑ επιβληθούν. Η επιστροφή στο παρελθόν φαίνεται το πιο πιθανό σενάριο αν κάτι τέτοιο συμβεί.

Η μεθοδολογία που ακολουθείται είναι συγκεκριμένη. Αρχικά εφαρμόζεται οικονομικός στραγγαλισμός, ώστε να δημιουργηθεί το έδαφος για κοινωνικές αντιδράσεις και να αποδυναμωθεί η νομιμοποίηση του καθεστώτος. Στη συνέχεια, η επικοινωνία των ΗΠΑ με τις κουβανικές ελίτ και τα μεγάλα συμφέροντα δεν γίνεται για διαπραγμάτευση, αλλά για να τους δείξει πως η σημερινή αμφισβήτηση της κερδοφορίας τους είναι το καλύτερο σενάριο σε σύγκριση με όσα ακολουθούν, αν δεν παραδώσουν την πολιτική καθοδήγηση της χώρας σε πολιτικά κλιμάκια των ΗΠΑ. Φωνές που αυξάνονται λένε «ας έρθουν οι ΗΠΑ να μας γλιτώσουν από αυτή την κατάσταση», καθώς οι κεφαλαιοκράτες πάντα είναι διαθέσιμοι για κάτι τέτοιο. Το πιθανό πραξικόπημα κατά της κυβέρνησης, αν δεν υπακούσει, παραμένει στο τραπέζι, ενώ η πολεμική επέμβαση, περισσότερο στα πρότυπα της Βενεζουέλας και λιγότερο στην παρατεταμένη ένοπλη αντιπαράθεση που φαίνεται να εξελίσσεται στο Ιράν, αποτελεί την πιο πιθανή κλιμάκωση.

Το καθεστώς στην Κούβα, στην προσπάθειά του να διασωθεί, παρουσιάζει έντονα τις αντιφάσεις του. Απομακρυσμένο από τις προσδοκίες που είχε γεννήσει στο παγκόσμιο εργατικό κίνημα τη δεκαετία του ’60 και του ’70 για αυτό και έχοντας στην κορυφή της οικονομίας μια γραφειοκρατική κάστα που ελέγχει το μεγαλύτερο ποσοστό της παραγωγής, φαίνεται να θέλει να ακολουθήσει μια πολιτική γραμμή ανάλογη με αυτή που ακολούθησε η Ροντρίγκεζ στη Βενεζουέλα, στη σκιά της απαγωγής του Μαδούρο και των εκβιασμών.

Η ιμπεριαλιστική πίεση δεν περιορίζεται στην Κούβα, αλλά επεκτείνεται σε ένα ευρύτερο φάσμα χωρών της Λατινικής Αμερικής. Η αναζωπύρωση του Δόγματος Μονρόε επαναφέρει την περιοχή ως άμεση προτεραιότητα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, με σταθερό στόχο τη διαμόρφωση κυβερνήσεων που ευθυγραμμίζονται με τα συμφέροντα των ΗΠΑ.

Στο στόχαστρο έχει μπει εδώ και μήνες και η διακυβέρνηση του Μεξικού υπό την πρόεδρο Κλαούντια Σάινμπαουμ. Με την οικονομία της χώρας να εξαρτάται άμεσα από την αμερικανική αγορά, η πίεση που ασκεί ο Τραμπ για την ευθυγράμμιση με τα αμερικανικά συμφέροντα είναι ιδιαίτερα έντονη. Τον Ιούνιο του 2025 επέβαλε γενικούς δασμούς 25% σε αγαθά καθώς και 25% στα αυτοκίνητα και έως 50% στον χάλυβα, το αλουμίνιο και τον χαλκό, επιβαρύνοντας σημαντικά τη μεξικανική οικονομία. Οι δασμοί που επιβάλλονται έχουν δείξει ότι μπορούν, σε σύντομο χρονικό διάστημα, να παρθούν πίσω και με αυτόν τον τρόπο, σαν ‘’σκωτσέζικο ντους’’, ο Τραμπ προσπαθεί να ασκήσει πίεση. Αυτή η οικονομική πίεση συνοδεύεται και από πολιτικές στοχεύσεις, κυρίως τον περιορισμό των μεταναστευτικών ροών προς τις ΗΠΑ και πολλές φορές χρησιμοποιώντας το εμπόριο ναρκωτικών ως πρόφαση για να στοχοποιήσουν ολόκληρη τη χώρα. Αξίζει να σημειωθεί πως αυτό το πρόσχημα είναι ένας από τους ιστορικούς πυλώνες της ιμπεριαλιστικής παρέμβασης των ΗΠΑ στο Μεξικό και τη Λατινική Αμερική. Χρησιμοποιείται συχνά για να προωθήσει τη στρατιωτικοποίηση των συνόρων και να στοχοποιήσει τη μεξικανική εθνική ταυτότητα, εντείνοντας τον ρατσισμό και τις διακρίσεις στην αμερικανική κοινωνία.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Τραμπ έχει ριζοσπαστικοποιήσει τη ρητορική, κάνοντας ψευδή λόγο περί “εθνικής ασφάλειας”. Μία από τις πιο σημαντικές προτάσεις είναι να κηρυχθούν τα λεγόμενα “καρτέλ” ως ξένες τρομοκρατικές οργανώσεις. Αυτό θα επέτρεπε νομικά εξωεδαφικές επιχειρήσεις, οικονομικές κυρώσεις και άμεση στρατιωτική δράση. Μήπως πρόκειται για εικόνα του μέλλοντος;

Η αλήθεια για το μεγάλο εμπόριο ναρκωτικών στο Μεξικό βρίσκεται ανάμεσα στις αστικές τάξεις των δύο γειτονικών χωρών. Η μεξικανική αστική τάξη, που αποκομίζει σημαντικά οφέλη από αυτή τη δραστηριότητα, διατηρεί τον έλεγχο, ενώ οι ΗΠΑ δεν διστάζουν να επιδιώκουν τον πλήρη έλεγχο και την απόλαυση των δισεκατομμυρίων που διακινούνται κάθε χρόνο. Οι πρόσφατες κρατικές παρεμβάσεις στα καρτέλ των ναρκωτικών ήταν προσπάθειες της κυβέρνησης να επιβληθεί στον έλεγχο της κατάστασης, αφήνοντας πίσω της εκατοντάδες νεκρούς και γειτονιές σε εμπόλεμη κατάσταση. Οι επιχειρήσεις διεξήχθησαν αποκλειστικά από τα μεξικανικά σώματα ασφαλείας, με την κυβέρνηση να αρνείται την υποστήριξη με έμψυχο δυναμικό από τις ΗΠΑ, οι οποίες βρήκαν όμως την ευκαιρία να πατήσουν έστω και με αυτό τον τρόπο, αμερικανικές ειδικές δυνάμεις, πόδι στο Μεξικό.

Στην πραγματικότητα, οι ΗΠΑ επιδιώκουν να επιβάλουν ένα οικονομικό μοντέλο που ευθυγραμμίζεται πρωτίστως με τις ανάγκες του αμερικανικού κεφαλαίου και όχι με εκείνες των Μεξικανών πολιτών. Η επιδίωξη αυτή εντείνεται υπό τη σκιά της αυξανόμενης παρουσίας κινεζικών κεφαλαίων στο Μεξικό και των ισχυρών εμπορικών σχέσεων που καθιστούν την Κίνα τον δεύτερο σημαντικότερο οικονομικό εταίρο της χώρας. Ως βασικός ανταγωνιστής του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, όπως τον ορίζουν οι ίδιες οι ΗΠΑ, η Κίνα, μέσω των επενδύσεών της, διατηρεί σημαντική επιρροή στο εσωτερικό του Μεξικού και αντιμετωπίζεται ως απειλή.

Έτσι το Μεξικό βρίσκεται στη δίνη ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, με την κυβέρνηση της Σάινμπαουμ, που η πολιτική της κατεύθυνση έχει αριστερό προσανατολισμό, να προσπαθεί να ανταπεξέλθει ουσιαστικά ανάμεσα σε συμπληγάδες και ιμπεριαλιστικές σκοπιμότητες. Τα σύνορα όμως που μοιράζεται με τις ΗΠΑ, και η νέα στρατηγική στα πλαίσια του τραμπισμού, γέρνουν την πλάστιγγα προς την πλευρά της αμερικανικής επιρροής, περιορίζοντας τα περιθώρια ελιγμών της μεξικανικής κυβέρνησης. Συνεχίζει να αναζητά τρόπους, στο πλαίσιο της αστικής διαχείρισης, για να αντισταθεί σε αυτές τις πιέσεις και να ενισχύσει τη διπλωματική της ικανότητα.

Τους τελευταίους μήνες, η κυβέρνηση Σεινμπάουμ σπεύδει να εκφράσει την αλληλεγγύη της στον κουβανικό λαό, καταδικάζοντας το εμπάργκο που εξακολουθεί να υφίσταται και βρίσκοντας πεδίο αντιπαράθεσης με τις ΗΠΑ μέσω της προμήθειας πετρελαίου και βασικών ειδών ανάγκης στον κουβανικό λαό. Αν και η προμήθεια πετρελαίου σταμάτησε τον Ιανουάριο του 2026, υποτασσόμενη στις πιέσεις, η ενίσχυση της κουβανικής οικονομίας με άλλα αγαθά παραμένει κρίσιμης σημασίας και διατηρεί την αντιπαλότητα της μεξικανικής κυβέρνησης με τις ΗΠΑ. Ο ιμπεριαλισμός επιδιώκει να ενισχύσει την κοινωνική πόλωση στην Κούβα, ενώ η μεξικανική κυβέρνηση προσφέρει χέρι βοηθείας στο νησιωτικό κράτος.

Η μεξικανική κυβέρνηση επιδιώκει να πετύχει συγκεκριμένους στόχους, ενώ οι ΗΠΑ αναζητούν τη νομιμοποίηση της παρέμβασής τους στα εσωτερικά της Κούβας. Το Μεξικό επιλέγει να αποδυναμώνει αυτή την τακτική, θέλοντας να την αξιοποιήσει υπέρ των δικών του συμφερόντων, ενδεχομένως και σε άλλες αντιπαραθέσεις με τις ΗΠΑ. Ταυτόχρονα, η μεξικανική κυβέρνηση αντιμετωπίζει δυσκολία στο να ακολουθήσει επιθετική πολιτική στην Κούβα, καθώς οι δύο λαοί έχουν ισχυρούς δεσμούς και το αντιαμερικανικό και αντιαποικιακό μίσος είναι βαθύ. Μια κίνηση που θα καθιστούσε συνένοχη την αριστερή κυβέρνηση στην δύσκολη κατάσταση που αντιμετωπίζει η Κούβα δεν είναι σίγουρο ότι θα της επέτρεπε να διατηρήσει τις προσβάσεις της στο εκλογικό κοινό που απευθύνεται. Τέλος, η μεξικανική αστική τάξη, αναγνωρίζοντας την περίπλοκη κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι ΗΠΑ, με ανοικτά μέτωπα σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή, βλέπει στην προσέγγιση των αριστερών κυβερνήσεων της Λατινικής Αμερικής, όπως η Κούβα και η Βενεζουέλα, τη δυνατότητα διαμόρφωσης ενός εναλλακτικού πόλου αντιπαράθεσης με τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Αν και προς το παρόν φαίνεται η πιο απομακρυσμένη, υπό τον φόβο αμερικανικών δασμών και πιθανής στρατιωτικής επέμβασης, η προοπτική αυτή προσφέρει ένα στρατηγικό πεδίο ελιγμών που μπορεί να αξιοποιηθεί στο μέλλον για την ενίσχυση της επιρροής του Μεξικού στην περιοχή, εδραιώνοντάς το ως περιφερειακή δύναμη.

Η πρόεδρος Ροντρίγκεζ, που ορκίστηκε λίγες μέρες μετά την απαγωγή του Μαδούρο, ενσάρκωσε την αλλαγή πλεύσης της Βενεζουέλας, αποδεχόμενη τα αιτήματα του αμερικανικού κεφαλαίου που είχαν τεθεί στον προκάτοχό της τους προηγούμενους μήνες. Η χειρουργική στρατιωτική επέμβαση των ειδικών δυνάμεων των ΗΠΑ δεν άφησε σημαντικά περιθώρια στη κυβέρνηση, η οποία ήδη τις προηγούμενες εβδομάδες είχε αποφασίσει να ‘’βάλει νερό στο κρασί της’’. Ο Μαδούρο, μία μέρα πριν απαχθεί, είχε καλέσει τις ΗΠΑ σε νέες διαπραγματεύσεις για την αξιοποίηση των πετρελαϊκών πόρων της χώρας με νέους, πιο ευνοϊκούς όρους, οι οποίοι όμως δεν συνιστούσαν υποταγή σύμφωνα με τις επιταγές του Τραμπ.

Η νεοδιορισθείσα πρόεδρος έσπευσε να αλλάξει γραμμή, πραγματοποιώντας άμεσα συναντήσεις με Αμερικανούς αξιωματούχους για τη διευθέτηση των υποθέσεων. Πραγματοποιώντας διορισμούς σε νευραλγικές θέσεις του κράτους και εξασφαλίζοντας τη λειτουργία του υπέρ της νέας κατεύθυνσης, εδραίωσε την εξουσία της, επιβεβαιώνοντας με αυτόν τον τρόπο την ανάγκη να προχωρήσει ενάντια σε διαφορετικές φωνές που εξακολουθούσαν να υπάρχουν στον μηχανισμό εξουσίας. Προτεραιότητά της ήταν ο έλεγχος του προορισμού του βενεζουελιννού πετρελαίου και η εισχώρηση αμερικανικών εταιρειών στον τομέα αυτό. Διακόπτοντας τις μεγάλες ροές προς τη Ρωσία και την Κίνα, εκτόξευσε σε λίγες ημέρες τις εξαγωγές προς τις ΗΠΑ.

Τον προηγούμενο καιρό, οι αμερικανικές κυρώσεις είχαν στρέψει τη Βενεζουέλα να περιορίσει τις εξαγωγές προς τις ΗΠΑ, με τη Ρωσία και την Κίνα να σπεύδουν να αγοράσουν το υπόλοιπο, ενισχύοντας τη θέση τους στην περιοχή. Αυτή η στρατηγική άλλαξε σημαντικά, με τις εξαγωγές προς την αμερικανική αγορά να φτάνουν πλέον τα 284.000 βαρέλια την ημέρα, από 99.000 τον Δεκέμβριο. Από τις 7 Ιανουαρίου 2026, οι ΗΠΑ εποπτεύουν όλες τις εξαγωγές παγκοσμίως, επιτρέποντας μόνο «εγκεκριμένα κανάλια» και στέλνοντας εξοπλισμό για αύξηση της παραγωγής έως 1 εκατ. βαρέλια την ημέρα. Αν και το βενεζουελινό κράτος διατηρεί το 51%, το υπόλοιπο κρίσιμο ποσοστό προσφέρθηκε σε αμερικανικές εταιρείες, οι οποίες ανταπέδωσαν με επενδύσεις ύψους 100 δισ. δολαρίων σε υποδομές, όπως το ηλεκτρικό δίκτυο και γεωτρήσεις. Όλα αυτά με σκοπό, τελικά, να καταλήξουν στα χέρια του αμερικανικού κεφαλαίου.

Η Ροντρίγκεζ, υπακούοντας στις προσταγές των ΗΠΑ, διέκοψε την εξαγωγή πετρελαίου προς την Κούβα, που αποτελούσε τον βασικό προμηθευτή της. Η επιλογή αυτή δεν είναι απλώς ένα βήμα συμβιβασμού. Αντίθετα, υπονομεύει την ίδια την ικανότητα της χώρας να διαχειριστεί την κρίση και να στηρίξει, όπως της αξίζει, τον κουβανικό λαό σε μία περίοδο πρωτοφανούς πίεσης. Το Μεξικό, που επέλεξε μια στάση φιλικά προσκείμενη στην Κούβα, διατάραξε τη γαλήνη του ιμπεριαλισμού και αυτό δεν περνάει απαρατήρητο. Η στρατηγική αυτή αλλαγή οδηγεί σε μεγαλύτερη εξάρτηση της Κούβας από τις ΗΠΑ, υπονομεύει την αυτονομία της και την καθιστά υποχείριο του ιμπεριαλισμού. Η ανθρωπιστική κρίση βρίσκεται προ των πυλών και σε αυτή την κατάσταση κανένας εργαζόμενος δεν μπορεί να εναποθέσει ελπίδες στις ΗΠΑ.

Στις 17 Μαρτίου, χιλιάδες Βενεζουελάνοι βγήκαν στους δρόμους του Καράκας και του Μαρακάιμπο γιόρτασαν με σημαίες, πυροτεχνήματα και πάρτι. Οργανώθηκαν συγκεντρώσεις μπροστά σε οθόνες για μια λαϊκή νίκη εναντίον του ιμπεριαλισμού. Η εθνική ομάδα μπέιζμπολ της Βενεζουέλας κέρδισε 3-2 τις ΗΠΑ στον τελικό στο Μαϊάμι, κατακτώντας το πρώτο της παγκόσμιο τρόπαιο. Ένα αθλητικό γεγονός μπόρεσε να αποκαλύψει τις πραγματικές διαθέσεις του βενεζουελάνικου λαού και η κυβέρνηση έσπευσε να τις υποστηρίξει. Η κυβέρνηση έδειξε πως παραμένει σε ένα πεδίο που δέχεται συνεχείς καταναγκασμούς από τις ΗΠΑ και την ταυτόχρονη λαϊκή αντιαμερικανική αγανάκτηση. Είναι σαφές πως σε αυτή την λαϊκή επιθυμία και σε αυτά τα συναισθήματα βρίσκεται η διέξοδος από την κρίση και από τον ζυγό των ΗΠΑ.

Η κατάσταση σε αυτές τις χώρες, υπό το πρίσμα της αμερικανικής επεκτατικότητας, αποτυπώνει με σαφήνεια τη σύγκρουση ανάμεσα σε δύο αστικές τάξεις κάθε φορά: η μία κυρίαρχη, πλήρως εξοπλισμένη με πολιτική και οικονομική ισχύ, και η άλλη αποδυναμωμένη, περιορισμένη στην άσκηση επιρροής. Στην παγκόσμια παραγωγική αλυσίδα δεν είναι ισότιμες και δεν φέρουν την ίδια ευθύνη για τα δεινά που βιώνει η παγκόσμια εργατική τάξη.

Οι ΗΠΑ πρέπει να ηττηθούν. Τα σχέδια των ΗΠΑ που αφορούν τη Λατινική Αμερική πρέπει να αποτύχουν. Ωστόσο, πώς μπορεί να μπει ένα οριστικό φρένο στις επιδιώξεις τους; Ακόμα κι αν αποτύχει ένας σχεδιασμός, οι ΗΠΑ θα επανέλθουν με νέες προσπάθειες, στοχεύοντας πάντα στην εξυπηρέτηση των στρατηγικών τους συμφερόντων σε ολόκληρο τον κόσμο. Η επιστροφή της Κούβας σε μια προηγούμενη κανονικότητα, με την απαραίτητη προμήθεια πετρελαίου και την επιστροφή των αυτοκινήτων στους δρόμους της Αβάνας, δεν μπορεί να βάλει οριστικό φρένο στις επιδιώξεις του Τραμπ.

Οι περιορισμένες στρατηγικές και οι ηρωικές αντιστάσεις με τα υπάρχοντα μέσα δεν επαρκούν για να επιφέρουν ουσιαστική νίκη. Αυτό καθιστά αναγκαίο να μελετήσουμε τα δικά μας επαναστατικά εργαλεία, ώστε από την Ελλάδα να επαναφέρουμε μια στρατηγική ικανή να αμφισβητήσει τον ιμπεριαλισμό, που να εκτείνεται μέχρι την Λατινική Αμερική και ακόμη παραπέρα, με επαρκή τρόπο που μόνο μια σοσιαλιστική στρατηγική μπορεί να το καταφέρει.

Σίμαρον