Αντιφασιστική Φρουρά | Τεύχος 73 | ΑΠΡ 2026
Η επιθυμία των Ηνωμένων Πολιτειών να παρέμβουν στο Ιράν δεν είναι αποτέλεσμα τυχαίων ή περιστασιακών γεγονότων, αλλά έχει βαθιές ιστορικές, πολιτικές και οικονομικές ρίζες που εκτείνονται από τα μέσα του 20ού αιώνα. Η επέμβαση αυτή πλαισιώνει μια παγκόσμια ανάπτυξη των πολεμικών ανταγωνισμών και συγκρούσεων στο πλαίσιο της γενίκευσης του πολέμου καθώς η κρίση του καπιταλισμού βαθαίνει. Τα σημεία όμως στα οποία ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός στοχεύει, δεν είναι τυχαία, η ιστορία του Ιράν είναι μακρά και πολύ σημαντική στην οικονομική ροή κεφαλαίων ολόκληρου του πλανήτη. Η ιστορία του Ιράν κρατάει από την εμφάνιση της ανθρωπότητας και αυτό συμβαίνει λόγω της θέσης του γεωγραφικά και του πλούτου των εδαφών του. Το Ιράν, ιστορικά γνωστό κάποτε ως Περσία, έχει μια απίστευτα στρατηγική θέση που το καθιστά ως κομβικό σημείο στην παγκόσμια γεωπολιτική σκηνή, ενώ ταυτόχρονα διαθέτει τεράστια ενεργειακά αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, που αποτελούν βασικό κεφάλαιο το οποίο χρησιμεύει στρατηγικά για οποιαδήποτε παγκόσμια δύναμη επιδιώκει οικονομική και πολιτική επιρροή. Κάθε προσπάθεια της ιρανικής αστικής τάξης να ανακτήσει τον έλεγχο της οικονομίας και της πολιτικής ανεξαρτησίας συνοδεύθηκε από έντονη αντίδραση των ΗΠΑ και των συμμάχων τους και αναδεικνυόταν η ανάγκη για επιβολή και κυριαρχία τόσο στο ίδιο στο Ιράν, όσο και συνολικά στον Περσικό Κόλπο.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 ήρθε στη επιφάνεια η σύγκρουση γύρω από την εθνικοποίηση του πετρελαίου, ξεκινώντας από τον τότε πρωθυπουργό Μοσαντέκ, με αποτέλεσμα η Αμερική να πραγματοποιήσει παρέμβαση στην περιοχή. Ο Μοσαντέκ προχώρησε σε σημαντικές αλλαγές που επηρέασαν τον τρόπο λειτουργίας του κράτους και τη δύναμη της μοναρχίας. Μεταξύ άλλων, σταμάτησε τον έλεγχο του στρατού από το παλάτι, μετέφερε μέρος της περιουσίας της βασιλικής οικογένειας στο κράτος και περιόρισε δραστικά τις δαπάνες της. Στην εξωτερική πολιτική, ήταν υπέρμαχος της ανεξαρτησίας του Ιράν από τις μεγάλες δυνάμεις και προώθησε τη στρατηγική προς τη μείωση της εξάρτησης της χώρας από τη Δύση. Παρά την αριστοκρατική του καταγωγή, ο Μοσαντέκ κέρδισε την υποστήριξη κυρίως της μεσαίας τάξης και απέκτησε τη φήμη του αδιάφθορου πολιτικού. Η πιο εμβληματική του κίνηση ήταν η εθνικοποίηση του ιρανικού πετρελαίου, η οποία μετέφερε τον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πόρων από τις δυτικές πετρελαϊκές εταιρείες στην ίδια τη χώρα παραγωγής. Αυτή η κίνηση προκάλεσε σοβαρές αντιδράσεις από το Ηνωμένο Βασίλειο το οποίο είχε μέχρι στιγμής τον πλήρη έλεγχο στην εξόρυξη και διαχείριση του πετρελαίου, αλλά και άλλες χώρες, που έθεσαν οικονομικό εμπάργκο και προχώρησαν σε υπόγειες ενέργειες με στόχο την ανατροπή του πρωθυπουργού. Ως αντίδραση από τις μεγάλες δυνάμεις, ήρθε το πραξικόπημα του 1953, που οδήγησε στην απομάκρυνση του Μοσαντέκ από την εξουσία. Τον καταδίκασε σε τρία χρόνια φυλάκιση και στη συνέχεια πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του υπό κατ’ οίκον περιορισμό.
Ο Μοσαντέκ ήταν εκλεγμένος πρωθυπουργός με λαϊκή εντολή και αυτό που επιχείρησε ήταν να περιορίσει την κυριαρχία του Σάχη και να θέσει υπό εθνικό έλεγχο τον πετρελαϊκό πλούτο της χώρας, που μέχρι τότε βρισκόταν σχεδόν αποκλειστικά υπό βρετανική διαχείριση. Η απόφαση αυτή, αν και ριζοσπαστική από άποψη εθνικής ανεξαρτησίας, θεωρήθηκε επικίνδυνη από τις δυτικές δυνάμεις, που φοβήθηκαν ότι η επιτυχία ενός τέτοιου εγχειρήματος θα μπορούσε να εμπνεύσει ανάλογες διαδικασίες σε όλη τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, με συνέπεια να τις αποκλείσει από τα κέρδη που λάμβαναν από τη διαχείριση του πετρελαίου. Το πραξικόπημα του 1953, οργανώθηκε από τη CIA και τη βρετανική MI6, που οδήγησε στην ανατροπή του Μοσαντέκ, την επιστροφή του Σάχη στην απόλυτη εξουσία και την εκ νέου εδραίωση της δυτικής κυριαρχίας στους ενεργειακούς πόρους της χώρας.
Η άνοδος του Μοχαμάντ Ρεζά Παχλαβί στην εξουσία συνέβη μετά την παραίτηση του πατέρα του, Ρεζά Σαχ Παχλαβί, λόγω της εισβολής στο Ιράν το 1941, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Βασικός στόχος του ήταν να ενισχύσει τον αυταρχισμό και να διατηρήσει τις στενές σχέσεις με τη Δύση, ιδίως με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στην ουσία, ο Μοχαμάντ Ρεζά Παχλαβί αντιπροσώπευε τη μοναρχία και τις παραδοσιακές ελίτ, ενώ ο τίτλος “Σάχης” τον ταυτίζει με την ιστορική συνέχεια των Περσών βασιλιάδων, από τους Αχαιμενίδες μέχρι τους Παχλαβί. Ήταν ο τελευταίος Σάχης του Ιράν, που κυβέρνησε από το 1941 μέχρι την επανάσταση του 1979. Ο Σάχης παρέμενε το ανώτατο πρόσωπο εξουσίας και διέθετε τη δυνατότητα να απολύει τον πρωθυπουργό, να διαλύει τη βουλή και να ελέγχει τον στρατό. Το πραξικόπημα του 1953, με την ανατροπή του Μοσαντέκ, δείχνει ακριβώς αυτή τη δομή που ο Σάχης, με την υποστήριξη των ΗΠΑ και της Βρετανίας, επανέκτησε πλήρως τον άμεσο έλεγχο της κυβέρνησης. Κάθε προσπάθεια της ιρανικής αστικής τάξης να χειραφετηθεί ή να διατηρήσει την ανεξαρτησία του κράτους από τις δυτικές δυνάμεις θεωρείται απειλή για τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ βασικά, αλλά και της Βρετανίας. Η πολιτική αυτή δεν περιορίστηκε μόνο σε στρατιωτικές επεμβάσεις αλλά εκφράστηκε και μέσω οικονομικής πίεσης και διπλωματικών κυρώσεων.
Η Ιρανική Επανάσταση του 1979 δεν προέκυψε ξαφνικά, αλλά ήταν το αποτέλεσμα μακρόχρονης συσσώρευσης κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών εντάσεων. Η κυβέρνηση του Παχλαβί είχε εφαρμόσει τη “Λευκή Επανάσταση” κατά τις δεκαετίες του 1960 και 1970, που υποτίθεται αποτελούσε ένα πρόγραμμα εκσυγχρονισμού που περιλάμβανε αγροτικές μεταρρυθμίσεις, εκβιομηχάνιση και αύξηση της κρατικής παρουσίας στην οικονομία. Παρά τις φαινομενικά προοδευτικές μεταρρυθμίσεις, η ανάπτυξη υπήρξε ανισομερώς κατανεμημένη ανάμεσα στις τάξεις, και έτσι τα μεγαλύτερα τμήματα της κοινωνίας, που ήταν οι εργαζόμενοι και οι αγρότες, παρέμεναν περιθωριοποιημένα και καταπιεσμένα. Ο αυταρχισμός του Σάχη που έδενε με την καταστολή, μέσω της Σαβάκ που ήταν η μυστική αστυνομία, καθώς και η ισχυρή εξάρτηση του Ιράν από τις ΗΠΑ και τη Δύση, δημιούργησαν ένα ευρύ αίσθημα δυσαρέσκειας στο λαό. Η χώρα βρισκόταν σε μια πολιτική και κοινωνική ρήξη, που από τη μια η αστική τάξη επιχειρούσε να διασφαλίσει τα συμφέροντά της, ενώ οι εργαζόμενοι και οι αγρότες αντιμετώπιζαν εκμετάλλευση και φτώχεια. Η θρησκεία, μέσω των σιιτικών ιερέων, διατήρησε ισχυρή παρουσία στις κοινότητες, προσφέροντας δίκτυο οργάνωσης και επιρροής που η αριστερά δεν είχε ακόμη καταφέρει να συγκροτήσει.
Οι πρώτες ενδείξεις αντίστασης εμφανίστηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1970, όταν διανοούμενοι, φοιτητές και εργάτες άρχισαν να εκφράζουν ανοιχτά τη δυσαρέσκειά τους ενάντια στο καθεστώς. Η αντίσταση γενικεύθηκε και ενάντια στην επιβολή του δυτικού τρόπου ζωής και την καταπίεση των παραδοσιακών και θρησκευτικών αξιών που δημιουργούσαν αίσθημα αποσύνδεσης σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού. Το 1978 οι μαζικές διαδηλώσεις έγιναν καθημερινό φαινόμενο. Η επέμβαση της Σαβάκ, η καταστολή και οι δολοφονίες διαδηλωτών, για να καταπνίξουν το κίνημα, ενίσχυσαν τη δυσαρέσκεια. Άρχισαν να οργανώνονται απεργίες των εργατών στον πετρελαϊκό τομέα, στις μεταφορές και στη βιομηχανία και οδήγησαν σε οικονομική αστάθεια, αποδυναμώνοντας έτσι το καθεστώς και ενισχύοντας τη λαϊκή συμμετοχή. Η επανάσταση οργανώθηκε από αριστερές οργανώσεις και κομμουνιστές, που έβλεπαν την επανάσταση ως ευκαιρία κοινωνικής χειραφέτησης, διάλυση της ανισότητας των τάξεων και δικαιοσύνης. Συμμετείχε, ωστόσο, μεγάλο μέρος φοιτητών αλλά και θρησκευόμενων ομάδων, κυρίως σιίτες ιερωμένοι, που χρησιμοποίησαν το δίκτυο των τζαμιών και των θρησκευτικών ιδρυμάτων για να κινητοποιήσουν τον λαό. Αλλά και κομμάτια από τη μεσαία τάξη και μικροαστικά στρώματα, κινητοποιήθηκαν και ζητούσαν πολιτική συμμετοχή και προστασία των οικονομικών τους συμφερόντων. Οι ιεραρχικά οργανωμένες θρησκευτικές δυνάμεις διέθεταν μεγαλύτερη ετοιμότητα και συνεκτικότητα, ενώ οι αριστερές ομάδες ήταν κατακερματισμένες και συχνά διωκόμενες από το καθεστώς.
Το καλοκαίρι του 1978 η χώρα βρισκόταν σε πλήρη κοινωνική αναταραχή. Οι μαζικές διαδηλώσεις, οι απεργίες και οι συγκρούσεις με τις δυνάμεις καταστολής υπονόμευσαν τη νομιμοποίηση του Σάχη. Η κυβέρνηση, παρά τις προσπάθειες να διατηρήσει τον έλεγχο μέσω βίας και καταστολής, δεν κατάφερε να σταματήσει τη δυναμική της εξέγερσης. Τον Ιανουάριο του 1979, υπό την πίεση της λαϊκής κινητοποίησης, ο Σάχης κατέρρευσε από το θρόνο και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Ιράν, αφήνοντας κενό εξουσίας. Η επανάσταση είχε επικρατήσει κατά του αυταρχικού καθεστώτος, αλλά το ποιος θα ελέγχει το μεταβατικό στάδιο ήταν ανοιχτό ζήτημα, έτσι προέκυψε η ανάδειξη του Χομεϊνί. Ο Χομεϊνί, που βρισκόταν σε εξορία στο Παρίσι, επέστρεψε στο Ιράν στις αρχές του 1979. Αρχικά παρουσιαζόταν ως ηγέτης, ικανός να συνδέσει τις διαφορετικές κοινωνικές δυνάμεις εναντίον του Σάχη. Χρησιμοποιώντας τη θρησκευτική του επιρροή, κατάφερε να σταματήσει την αντιπαράθεση μεταξύ των ομάδων της επανάστασης και να εδραιώσει την ηγεμονία του με τους Φρουρούς της Επανάστασης. Μετά από δημοψήφισμα και συνταγματικές αλλαγές, ιδρύθηκε η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν. Η εξουσία συγκεντρώθηκε στα χέρια του θρησκευτικού κατεστημένου, ενώ αριστερές οργανώσεις και προοδευτικοί διανοούμενοι βρέθηκαν σταδιακά στο περιθώριο, πολλές φορές υπό διώξεις.
Η Ιρανική Επανάσταση είναι ένα παράδειγμα λαϊκής κινητοποίησης που εξετράπη από τις αρχικές της δυνατότητες χειραφέτησης. Η επανάσταση ξεκίνησε ως μαζική εξέγερση με ισχυρό κοινωνικό και ταξικό χαρακτήρα και συμπεριλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος των ομάδων της κοινωνίας. Όμως, στη συνέχεια οι οργανωτικές δομές του θρησκευόμενου κομματιού επέτρεψαν την ηγεμονία τους στο μεταβατικό στάδιο. Έτσι, στο τέλος οι εργαζόμενοι, οι αγρότες και οι αριστερές δυνάμεις, που ήταν οι κινητήριες δυνάμεις της εξέγερσης, βρέθηκαν σταδιακά περιθωριοποιημένοι. Με αποτέλεσμα η νέα Ισλαμική Δημοκρατία να επιβάλει καπιταλιστικές κοινωνικές πολιτικές, περιορίζοντας τις ελευθερίες. Παρά τη νίκη κατά του Σάχη και την αντιδυτική εξωτερική πολιτική, στη συνέχεια, η επανάσταση δεν μπορούσε να οδηγήσει σε βαθιές κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές για τα λαϊκά στρώματα. Η ιστορία της Ιρανικής Επανάστασης του 1978–1979 έδωσε νέα διάσταση σε αυτήν τη δυναμική, καθώς το καθεστώς του Σάχη, παρά την εικόνα εκσυγχρονισμού και ανάπτυξης που προωθούσε, βρισκόταν βαθιά εξαρτημένο από τις ΗΠΑ. Η λαϊκή εξέγερση που ξέσπασε εκείνη την περίοδο δεν είχε μόνο πολιτικό χαρακτήρα αλλά και κοινωνικό, με έντονα όμως ταξικά χαρακτηριστικά.
Η στρατηγική θέση του Ιράν μόνιμα κεντρίζει το ενδιαφέρον των ΗΠΑ, ως προς το πώς θα καταφέρει να κυριαρχήσει ώστε να κερδίσει από τους πόρους του. Το Ιράν βρίσκεται σε ένα γεωπολιτικό σταυροδρόμι, κοντά στον Περσικό Κόλπο, στο Στενό του Ορμούζ, ανάμεσα στην Κασπία και την Αραβική θάλασσα και σε άμεση γειτνίαση με στρατηγικά κρίσιμες περιοχές της Μέσης Ανατολής. Ο έλεγχος αυτής της περιοχής σημαίνει δυνατότητα επίβλεψης των παγκόσμιων ενεργειακών ροών, διασφάλιση στρατιωτικών βάσεων και διατήρηση επιρροής απέναντι σε άλλες δυνάμεις. Η Ιρανική Επανάσταση, αντιτάχθηκε σε αυτόν τον έλεγχο, καθιστώντας το Ιράν στόχο στρατηγικών σχεδιασμών για επέμβαση. Η ανατροπή του Σάχη σήμαινε την απώλεια ενός βασικού συμμάχου στη Μέση Ανατολή, γεγονός που ανησύχησε τις ΗΠΑ για την ασφάλεια του Ισραήλ που είχε πραγματοποιήσει την πρώτη Νάκμπα και επιχειρούσε την προσπάθεια εκδίωξης των Παλαιστινίων. Υπήρχε από την πλευρά της Αμερικής φόβος για τη στρατηγική των καθεστώτων, αλλά και για το γενικό έλεγχο των ενεργειακών πόρων. Αλλά και τη σύνδεση με την πρώτη Ιντιφάντα στη Παλαιστίνη. Κάθε ανεξάρτητη πρωτοβουλία από πλευράς Ιράν θεωρείται απειλητική από τα δυτικά καθεστώτα, και γι’ αυτό η αμερικανική πολιτική συνίσταται στην διαρκή παρουσία πίεσης, είτε με στρατιωτικά μέσα, είτε με οικονομικές κυρώσεις, είτε μέσω έμμεσων επεμβάσεων στις εσωτερικές πολιτικές διεργασίες.
Η Ισλαμική Δημοκρατία αναδείχθηκε ως αντιιμπεριαλιστικό μέτωπο συνδέοντας τον θρησκευτικό λόγο με εθνικά και κοινωνικά αιτήματα. Ταυτόχρονα, ο Σαντάμ Χουσεΐν στο Ιράκ αποτελούσε ένα σουνιτικό καθεστώς που κυριαρχούσε σε ένα κράτος με σιιτική μειοψηφία. Το Ιράν φαινόταν στη συγκεκριμένη φάση αδύναμο, αναδιοργανώνοντας τον στρατό και τους κρατικούς μηχανισμούς μετά από την επανάσταση. Σε αυτό το πολιτικό και στρατιωτικό κενό, το Ιράκ εισέβαλε στο Ιράν τον Σεπτέμβριο του 1980, ξεκινώντας τον πόλεμο Ιράν- Ιράκ. Ο πόλεμος ήταν μια συνέχεια της επαναστατικής διαδικασίας με αντιφατικά αποτελέσματα, ενώ η επανάσταση είχε στόχο την απεξάρτηση, την ισότητα και την κρατική αυτονομία, η νέα θρησκευτική ηγεμονία χρησιμοποίησε τον πόλεμο για να συσπειρώσει την κοινωνία γύρω από το καθεστώς, να περιθωριοποιήσει τους πολιτικούς αντιπάλους και να εδραιώσει τον έλεγχό της στα όπλα, την οικονομία και τα κοινωνικά δίκτυα. Η πορεία από την επανάσταση στο πόλεμο ήταν συνέπεια της αδύναμης μετάβασης σε ένα θεοκρατικό κράτος, το οποίο βρέθηκε αμέσως αντιμέτωπο με εξωτερικές απειλές και διεθνή συμφέροντα. Το καθεστώς αξιοποίησε τον πόλεμο για να δημιουργήσει εθνική ενότητα γύρω από το καθεστώς, ενώ το κοινωνικό και ανθρωπιστικό κόστος επωμίστηκαν κυρίως οι εργαζόμενοι, οι φτωχοί και οι λαϊκές τάξεις που είχαν συμμετάσχει αρχικά στην επανάσταση.
Η διεκδίκηση της ηγεμονίας στον Περσικό Κόλπο οδήγησε στον πόλεμο αυτόν, αλλά εν τέλει χρησιμοποιήθηκε ως ευκαιρία από τις ΗΠΑ προκειμένου να αποκαταστήσουν και να ενισχύσουν τα ερείσματά τους στην περιοχή. Το Ιράκ δεν κατάφερε να επιτύχει, παρά περιορισμένη προέλαση εντός της ιρανικής επικράτειας και τελικώς εντός λίγων μηνών αναχαιτίστηκε από τους Ιρανούς που επανέκτησαν όλα τα χαμένα εδάφη τους μέχρι τον Ιούνιο του 1982. Τα επόμενα έξι χρόνια, το Ιράν ήταν στην επίθεση. Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ κάλεσε σε κατάπαυση του πυρός τις δυο πλευρές, αλλά ο πόλεμος συνεχίστηκε μέχρι τον Αύγουστο του 1988. Ο πόλεμος τελικώς έληξε με μεσολάβηση του ΟΗΕ που οδήγησε σε κατάπαυση του πυρός κατόπιν του ψηφίσματος 598 του Συμβουλίου Ασφαλείας, ψήφισμα που αποδέχθηκαν τα εμπόλεμα μέρη. Μετά από αρκετές εβδομάδες τα ιρανικά στρατεύματα εγκατέλειψαν την ιρακινή επικράτεια και τα σύνορα των δύο χωρών παρέμειναν όπως ήταν πριν τον πόλεμο. Το 2003, 15 ολόκληρα χρόνια μετά, οι δυο χώρες αντήλλαξαν τους τελευταίους αιχμαλώτους πολέμου.
Ο πόλεμος κόστισε τεράστιο αριθμό ανθρώπινων ζωών και κατέστρεψε την οικονομία και των δύο χωρών. Ο ρόλος των ΗΠΑ διατηρήθηκε υπόγειος εμποδίζοντας τον ΟΗΕ από το να καταδικάσει το Ιράκ, καθώς έβλεπαν τα συμφέροντα τους να φθίνουν μετά την Ιρανική Επανάσταση και την εξουσία των Φρουρών της Επανάστασης υπό την καθοδήγηση του Χομεϊνί, αλλά και επειδή εκείνη την εποχή ο Σαντάμ Χουσεΐν εξυπηρετούσε τα στρατηγικά τους συμφέροντα στην περιοχή, αποτελώντας σύμμαχό τους, τον οποίο εφοδίαζαν κρυφά με οπλισμό και εφόδια.
Η ιστορία επιβεβαιώνει ότι η χειραφέτηση της εργατικής τάξης δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από την ανατροπή ενός αυταρχικού καθεστώτος, αλλά απαιτεί συνεχή πολιτική συγκρότηση και δυνατότητα ελέγχου των μηχανισμών εξουσίας. Η αποτυχία της αριστεράς να ηγηθεί μιας συνέχειας έχει οδηγήσει στη σημερινή κατάσταση. Οι ΗΠΑ θέλουν να επιβληθούν στην περιοχή με τη ρητορική της δημοκρατίας και της ελευθερίας που προβάλλουν, ενώ στην πραγματικότητα οι ενέργειες αυτές στοχεύουν στον περιορισμό οποιασδήποτε λαϊκής ή αστικής προσπάθειας αυτονομίας. Η ιστορία του Ιράν δείχνει ότι κάθε φορά που η χώρα επιχείρησε να διεκδικήσει ανεξαρτησία, είτε μέσω εθνικοποίησης του πετρελαίου είτε μέσω μαζικών κοινωνικών κινημάτων είτε μέσω αντιιμπεριαλιστικών στρατηγικών, η δυτική παρέμβαση ήταν άμεση, με σκοπό να αναγκάσει τη χώρα να υποταχθεί ξανά στις μεγάλες παγκόσμιες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.
Μαρίνα Λύρα

