Αντιφασιστική Φρουρά | Τεύχος 76 | ΣΕΠ 2026

Το σκάνδαλο Γιάννη Παναγόπουλου, προέδρου της ΓΣΕΕ από το 2006, που αποκαλύφθηκε τον Φεβρουάριο, αποκάλυψε τη βαθιά διαφθορά και της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας. Ο Παναγόπουλος παρέμεινε εργαζόμενος στην Εθνική Τράπεζα μετά το 2012, παρότι είχε συμπληρώσει το όριο ηλικίας και υπηρεσίας που προέβλεπε ο Κανονισμός Εργασίας. Συνέχισε να μισθοδοτείται από την ΕΤΕ με αποδοχές διευθυντή, ενώ ήταν αποσπασμένος στη ΓΣΕΕ. Η συνολική επιβάρυνση της τράπεζας υπολογίζεται σε πάνω από 1 εκατ. Ευρώ. Επίσης, εμφανιζόταν με αδήλωτα εισοδήματα πάνω από 3 εκατομμύρια ευρώ. Η εισαγγελική έρευνα θεώρησε τα εισοδήματά νόμιμα και έβαλε την υπόθεση στο αρχείο! Αυτή η ιστορία θυμίζει την υπόθεση Τσουκαλά, προέδρου της ΟΤΟΕ μέχρι το τέλος του 2006. Το 2010 είχε πάρει «εφάπαξ» για τη σύνταξή του 1 εκατ. Ευρώ! Προφανώς, απλοί εργαζόμενοι/ες δεν μπορούν να έχουν τέτοιες ασφαλιστικές εισφορές και τέτοιες αμοιβές σαν του Τσουκαλά και τυ Παναγόπουλου. Όμως, το πρόβλημα είναι πλέον μεγαλύτερο: πώς είναι δυνατόν ένας «εργαζόμενος» και εκπρόσωπος των εργαζομένων όλου του ιδιωτικού τομέα να έχει εισοδήματα πάνω από 3 εκατομμύρια; Και το ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι, παρά τη δημόσια συζήτηση και τις καταγγελίες, ο Παναγόπουλος επανεκλέχθηκε στην ηγεσία της ΓΣΕΕ για 7η συνεχή θητεία τον Μάιο με τις πλάτες των ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ και Γενικός Γραμματέας ανέλαβε ο επικεφαλής της ΔΑΚΕ. Δεν πρόκειται, λοιπόν, απλώς για την περίπτωση ενός προσώπου. Πρόκειται για έναν ολόκληρο μηχανισμό που αναπαράγει και προστατεύει την ίδια συνδικαλιστική ηγεσία.

Όλο και περισσότερο αποκαλύπτονται ενδείξεις ξεπουλήματος και συνδιαλλαγών με το κεφάλαιο. Όλο και περισσότερο αποκαλύπτεται πως δεν μιλάμε για «ρεφορμιστές». Δεν μιλάμε για συνδικαλιστές «φοβισμένους», «διστακτικούς» που απλώς συμβιβάζονται και δεν αναζητούν κλιμάκωση γιατί πιστεύουν στη συνδιαλλαγή. Δεν είναι πολιτικές οι διαφορές μας! Ένα κομμάτι της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας ξεπουλιέται ευθέως για να παίξει ρόλο πυροσβέστη στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Τα εκατομμύρια που διαχειρίζονται τους μετατρέπουν σε αυτό που έλεγε ο Λένιν «εργατική αριστοκρατία» και όχι γραφειοκρατία. Το τελευταίο συνέδριο της ΓΣΕΕ έγινε σε 5άστερο ξενοδοχείο στην Κρήτη με σκοπό να χρηματοδοτήσει κανά δεκαήμερο πληρωμένων διακοπών για τους «εκπροσώπους της εργατικής τάξης».

Τον Ιούλιο, σε διαβούλευση του ΔΣ του Συλλόγου Εργαζομένων ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, ο εκλεγμένος αντιπρόεδρος του σωματείου, Δημήτρης Κατσορίδας, αποκλείστηκε από τη συνάντηση με απαγόρευση του Παναγόπουλου. Το ζήτημα δεν αφορά απλώς την παρουσία ενός συνδικαλιστή σε μια συνάντηση. Στην πράξη ο πρόεδρος και ο γραμματέας της ΓΣΕΕ αποκλείουν την αυτονομία της συνδικαλιστικής εκπροσώπησης, αποφασίζουν οι ίδιοι και άρα πρόκειται για παρέμβαση της εργοδοτικής πλευράς στη σύνθεση της εκπροσώπησης του σωματείου. Ο Παναγόπουλος δεν ψάχνει κανονισμούς και δημοκρατικές διαδικασίες για να κάνει «συνδικαλισμό», όπως θεωρούν δεδομένο οι ρεφορμιστές συνδικαλιστές, αλλά επεμβαίνει ενάντια στην εκπροσώπηση των εργαζομένων και υπονομεύει τα συλλογικά δικαιώματα. Η εργατική αριστοκρατία δεν θέλει να συνδιαλέγεται με κανέναν, αντιλαμβάνεται ως εχθρό της κάθε εκλεγμένο που δεν είναι σε πλήρη ταύτιση με τις επιταγές των αφεντικών.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της ίδιας σύγκρουσης αποτελεί και η ρήξη στο ναυτεργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, ανάμεσα στην ΠΝΟ και την ΠΕΝΕΝ. Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο η αντιπαράθεση κλιμακώθηκε με αφορμή την απεργιακή κινητοποίηση της ΠΕΝΕΝ στο πλοίο «Αριάδνη». Η ΠΕΝΕΝ κατήγγειλε την πλειοψηφία της ΠΝΟ, τον Γενικό Γραμματέα της και ομάδα 10 προέδρων σωματείων, υποστηρίζοντας ότι επιχείρησαν να υπονομεύσουν την απεργία και στη συνέχεια να επιβάλουν κυρώσεις στην ΠΕΝΕΝ επειδή δεν ακολουθεί τη γραμμή συμβιβασμού της πλειοψηφίας. Δεν πρόκειται απλώς για διαφορετική άποψη σχετικά με μια απεργία, αλλά δύο διαφορετικές αντιλήψεις για το ίδιο το συνδικαλιστικό κίνημα. Από τη μία, η γραμμή της διαπραγμάτευσης, της θεσμικής συνδιαλλαγής και της «κοινωνικής ειρήνης». Από την άλλη, η γραμμή της ανεξάρτητης οργάνωσης των ναυτεργατών, της σύγκρουσης με τους εφοπλιστές και της απεργιακής δράσης. Η προσπάθεια περιορισμού της ΠΕΝΕΝ φανερώνει ακριβώς τι σημαίνει στην πράξη η γραφειοκρατικοποίηση του συνδικαλισμού, όταν ένα σωματείο αρνείται να πειθαρχήσει στη γραμμή της πλειοψηφίας, η ίδια η συνδικαλιστική ηγεσία μετατρέπεται σε μηχανισμό περιορισμού της δράσης του. Η πλειοψηφία της ΠΝΟ εμφανίζεται ως εργοδοτικός – κυβερνητικός συνδικαλισμός που λειτουργεί σε σύμπλευση με τους εφοπλιστές και το ΥΕΝ τη στιγμή που δίνονται σκληρές εργατικές μάχες μέσα από τις απεργίες και φέρνουν αποτελέσματα στις διαπραγματεύσεις με τις πλοιοκτήτριες εταιρείες.

Και όλα αυτά συμβαίνουν ενώ η ζωή των εργαζομένων κοστίζει όλο και περισσότερο. Μέχρι τέλος Αυγούστου έχουν ήδη καταγραφεί πάνω από 120 θάνατοι εργατών/ριων. Το φετινό καλοκαίρι είδαμε και πυροσβέστες να χάνουν τη ζωή τους την ώρα της υπηρεσίας τους, στην πρώτη γραμμή της μάχης με τις πυρκαγιές, αλλά και εγκλωβισμένους κατοίκους. Δεν πρόκειται για άσχετες μεταξύ τους πραγματικότητες. Η εντατικοποίηση, η έλλειψη προσωπικού, η ανεπαρκής προστασία και η αντιμετώπιση της ασφάλειας ως «κόστος» μετατρέπουν την εργασία σε καθημερινό κίνδυνο για χιλιάδες ανθρώπους. Και απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, ο ρόλος του συνδικαλισμού δεν μπορεί να είναι η διαχείριση της κοινωνικής ειρήνης και η εκτόνωση των αγώνων.

Για άλλη μια χρονιά οι περίπου 2500 εποχικοί πυροσβέστες βρίσκονται ξανά αντιμέτωποι με το ίδιο καθεστώς εργασιακής ομηρίας, εργάζονται για οκτώ μήνες στην πρώτη γραμμή της δασοπυρόσβεσης και στη συνέχεια μένουν εκτός Πυροσβεστικού Σώματος. Τα συνδικαλιστικά όργανά τους και με τη στήριξη της Ομοσπονδίας Πυροσβεστών Ελλάδος διοργανώνουν κινητοποίηση στις 31 Αυγούστου στο Μέγαρο Μαξίμου. Οι εποχικοί αποτέλεσαν εργατική πρωτοπορία τον Οκτώβρη του 2024 – τολμώντας ότι δεν έχει δοκιμάσει η συνδικαλιστική αριστερά σε υπουργείο της ΝΔ – όταν μετά από συγκέντρωση διαμαρτυρίας, κατέλαβαν για ένα 8ωρο το Υπουργείο Πολιτικής Προστασίας για να εξαναγκάσουν συνάντηση με τον υπουργό προτάσσοντας το δίκαιο αίτημα της μονιμοποίησής τους με πλήρη εργασιακά δικαιώματα και βρέθηκαν αντιμέτωποι με τη σκληρή καταστολή της κυβέρνησης της ΝΔ με ξύλο, δακρυγόνα και συλλήψεις.

Οι διώξεις απέναντι σε εκπαιδευτικούς αλλά και εκλεγμένους συνδικαλιστές δεν έχει σταματήσει από την κυβέρνηση και το Υπουργείο Παιδείας, που λειτουργεί ως μηχανισμός καταστολής της συνδικαλιστικής δράσης μέσω διώξεων για παραδειγματισμό συνολικότερα στην εκπαιδευτική κοινότητα. Ήδη από το 2025 και τις αρχές του 2026 είχαν πολλαπλασιαστεί οι πειθαρχικές και δικαστικές διώξεις εκπαιδευτικών για τη συμμετοχή τους στην απεργία – αποχή από την αξιολόγηση. Κορυφαίο παράδειγμα αποτελεί η εκπαιδευτικός Χρύσα Χοτζόγλου που τέθηκε σε δυνητική αργία και παρέμεινε εκτός σχολείου για 17 μήνες, μέχρι την επιστροφή της στις 25 Αυγούστου, μετά τον επίμονο αγώνα του κινήματος αλληλεγγύης. Η υπόθεσή της δείχνει την ένταση της κυβερνητικής καταστολής απέναντι στη συνδικαλιστική δράση, αλλά και τα όρια της επίσημης συνδικαλιστικής ηγεσίας, που δεν κατάφερε να οργανώσει αντίστοιχη μαζική και αποφασιστική απάντηση. Η δικαίωση του αγώνα, αντίθετα, φανερώνει ότι οι διώξεις μπορούν να ανατραπούν όταν αντιμετωπίζονται συλλογικά και με ανυποχώρητο αγώνα.

Η αριστερά έχει βγει πρώτη στα σωματεία αλλά αδύναμη για τη ρήξη. Το ΚΚΕ μέσα από τις εργατικές παρατάξεις του έχει από πέρυσι κερδίσει εκλογικά την πρώτη θέση στην ΑΔΕΔΥ, σε πολλά Εργατικά Κέντρα, στον τομέα της Υγείας σε ΟΕΝΓΕ και ΕΙΝΑΠ, στον τομέα της Εκπαίδευσης σε ΔΟΕ και ΟΛΜΕ, αλλά και στις φοιτητικές εκλογές. Ενώ υπάρχουν και δυνάμεις εξωκοινοβουλευτικών κομμάτων της αριστεράς με πρωτιά σε κεντρικά νοσοκομεία. Οι πλειοψηφίες αυτές επιβεβαιώνουν την αγανάκτηση του εργαζόμενου κόσμου, και τη μη παραίτηση από τον ενεργό συνδικαλισμό, απέναντι στο κατεστημένο και τη διατήρηση της ελπίδας του στην αριστερά ως πόλο αντίστασης στην κυβερνητική πολιτική. Όμως, τα σωματεία με αριστερή ηγεσία αν δεν αποτελούν απειλή για τους εργοδότες και την κυβέρνηση, αποτελούν διαμεσολαβητές της τάξης και καταλήγουν να είναι μια άλλη «μειοψηφία» που δεν ανταποκρίνεται στην πρωτοπορία αλλά στον επαγγελματικό συνδικαλισμό και στη γραφειοκρατική εκπροσώπηση των εργατών.

Οι απεργίες της ΑΔΕΔΥ 13/5 και 14/7 δεν προετοιμάστηκαν με μαζικές παρεμβάσεις σε χώρους εργασίας και δεν είχαν μαζική συμμετοχή, ενώ αποδείχτηκαν αποκομμένες και με ασυνέχεια, χωρίς επίσης μετρήσιμα αποτελέσματα και σχέδιο κλιμάκωσης, τη στιγμή που η αξιολόγηση υπονομεύει τη μονιμότητα και οι μνημονιακές περικοπές 13ου και 14ου μισθού σφραγίζονται και από το ΣτΕ, ενώ η Συνταγματική Αναθεώρηση είναι προ των πυλών να πλήξει περαιτέρω τα εργατικά δικαιώματα. Η ΟΛΜΕ και η ΔΟΕ ξεκινούν τη νέα σχολική χρονιά χωρίς σχέδιο αντίστασης στην αξιολόγηση και στις συνεχιζόμενες διώξεις εκπαιδευτικών. Από τον Φεβρουάριο που εργαζόμενοι και κάτοικοι της Νίκαιας διαμαρτυρήθηκαν εκδιώκοντας τον Υπουργό Υγείας Γεωργιάδη από το νοσοκομείο, δεν έχει επαναληφθεί αντίστοιχης έντασης κινητοποίηση και δεν «απειλούνται» οι επισκέψεις που κάνει για να ψευτο-θριαμβολογεί για ανακαινίσεις και ψευτο-εγκαίνια. Η κυβερνητική πολιτική χτυπά ανελέητα τα εργατικά δικαιώματα και τα στελέχη της κυκλοφορούν ανενόχλητα. Τα σωματεία της αριστεράς, που αναπαράγουν τον ρεφορμισμό, απλώς μεταφέρουν τις καταγγελίες χωρίς να οργανώνουν την πάλη και τη διέξοδο.

Το εργατικό κίνημα μπορεί να ξεπεράσει την αφηρημένη και γενικόλογη καταγγελιολογία μέσα από «συμβολικούς αγώνες». Μπορεί να εκπαιδευτεί να μετατρέψει τις αναδυόμενες μάχες της περιόδου σε αντικαπιταλιστική στρατηγική. Να σταθεί στο πλευρό των εργατικών πρωτοποριών και να αναδείξει μια στρατηγική ρήξη πάνω σε δύο άξονες το επόμενο διάστημα. Να παλέψει ενάντια στις αντιδραστικές πολιτικές της καταστολή του κινήματος και της πολεμικής προετοιμασίας. Τόσο η αντικομμουνιστική καταστολή και οι διώξεις των αγώνων στο εσωτερικό, όσο και η εμπλοκή σε ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στο εξωτερικό, αποτελούν ταξική επίθεση από την κυβέρνηση της ΝΔ στον κόσμο της εργασίας και στοχεύουν στην συνθηκολόγηση ή και διάλυση των οργανωμένων εργατικών δυνάμεων.

Η αναζήτηση για πολιτικοποίηση των εργατικών αγώνων και για επαναφορά της διεκδίκησης της εξουσίας από την τάξη μας μπορεί να μετασχηματίσει τους αγώνες μαθητών – φοιτητών – ανέργων – εργατών – υπαλλήλων – συνταξιούχων. Η ανασυγκρότηση ενός αντικυβερνητικού αντικαπιταλιστικού μπλοκ στην κοινωνία μπορεί να δώσει χώρο για να βγει στο προσκήνιο ένα κοινωνικό ρεύμα σύγκρουσης με το σύστημα, για τον σοσιαλισμό.

του Νίκου Κουρουπά