Αντιφασιστική Φρουρά | Τεύχος 75 | ΙΟΥΛ-ΑΥΓ 2026
Η Λατινική Αμερική έχει μπει σε μια περίοδο έντονων πολιτικών ανακατατάξεων με άνοδο των ακροδεξιών κομμάτων σε χώρες όπως η Κολομβία ή η Βολιβία. Όμως η ενίσχυση συντηρητικών και ακροδεξιών δυνάμεων συνοδεύεται από βαθιές κοινωνικές αντιδράσεις, αλλά και επαναπροσδιορισμό των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Από την Κούβα έως τη Βολιβία και την Κολομβία, οι συγκρούσεις γύρω από το μοντέλο ανάπτυξης, την κρατική κυριαρχία και την κοινωνική δικαιοσύνη οξύνονται. Όλο αυτό συμβαίνει μέσα σε μια συνθήκη όπου η διεθνής σκηνή μοιάζει να έχει εισέλθει σε μια φάση, που οι πολεμικές συγκρούσεις δεν αποτελούν πλέον παρεκκλίσεις της παγκόσμιας τάξης, αλλά σταθερό στοιχείο της. Από την Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή μέχρι τη Λατινική Αμερική κυριαρχεί η λογική των εύθραυστων εκεχειριών. Στο επίκεντρο αυτής της νέας πραγματικότητας βρίσκονται οι στρατηγικοί ανταγωνισμοί ανάμεσα σε μεγάλες δυνάμεις για το μοίρασμα της πίτας. Οι πόλεμοι δεν εμφανίζονται πλέον ως σύντομα επεισόδια που καταλήγουν σε διπλωματικές λύσεις, αλλά ως παρατεταμένες διαδικασίες με ξεκάθαρα οικονομικά συμφέροντα. Σε αυτό το πλαίσιο, η εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ έχει αναδειχθεί σε καθοριστικό παράγοντα αναδιάταξης των διεθνών ισορροπιών. Η ενίσχυση των στρατιωτικών συμμαχιών υπό όρους της πίεσης: “συμμορφώνεσαι ή πεθαίνεις” συγκροτούν ένα περιβάλλον διαρκούς έντασης.. Η στρατιωτικοποίηση της εξωτερικής πολιτικής συνοδεύεται επίσης από την αξιοποίηση οικονομικών κυρώσεων, ενεργειακών πιέσεων και τεχνολογικών περιορισμών. Ο πόλεμος δεν διεξάγεται μόνο στο πεδίο της μάχης, αλλά και στις εφοδιαστικές αλυσίδες, στα νομίσματα, στην ενέργεια και στις ψηφιακές υποδομές.
Κολομβία: ανάμεσα σε ειρήνη και «μηδενική ανοχή»
Στην Κολομβία, έρχεται στη επιφάνεια της πολιτικής σκηνής η πόλωση των ανισοτήτων ενόψει των εκλογών, με την αντιπαράθεση να επικεντρώνεται στο μέλλον της χώρας σε σχέση με τον πόλεμο και την αύξηση των συγκρούσεων σε διεθνές επίπεδο.
Ο υποψήφιος της συμμαχίας της Αριστεράς στις προεδρικές εκλογές, ο Ιβάν Σεπέδα είναι γιος του κομμουνιστή ηγέτη Μανουέλ Σεπέδα, ο οποίος δολοφονήθηκε το 1994 από κρατικούς και παρακρατικούς μηχανισμούς, μεγάλωσε στην εξορία, σε χώρες του σοσιαλιστικού στρατοπέδου όπως η Τσεχοσλοβακία, η Βουλγαρία και η Κούβα. Προσδιορίζεται ως προοδευτικός πολιτικός που τείνει στην κατεύθυνση της υπεράσπισης των φτωχότερων κοινωνικών στρωμάτων. Ο Ιβάν Σεπέδα, εμφανίζεται στραμμένος στο να υπερασπιστεί τη στρατηγική ειρήνευσης, μέσω των διαύλων διαπραγμάτευσης που θέλει να ανοίξει με όλες τις ένοπλες οργανώσεις της χώρας, από αντάρτικες ομάδες μέχρι παραστρατιωτικούς σχηματισμούς και καρτέλ ναρκωτικών. Παρά την κριτική που δέχεται από τη δεξιά αντιπολίτευση, ο Σεπέδα επιμένει στο ότι η ειρήνη δεν μπορεί να οικοδομηθεί με στρατιωτικά μέσα. Υπόσχεται να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις, παράλληλα με τη θέσπιση μέτρων που θα οδηγούν στη λογοδοσία των εγκληματικών δικτύων που ελέγχουν τη διακίνηση ναρκωτικών.
Την ώρα που εκδίδεται το περιοδικό, δεν έχουμε τα αποτελέσματα του δεύτερου γύρου. Απέναντί στον Γκουστάβο Πέτρο ο οποίος δεν μπορεί συνταγματικά να διεκδικήσει δεύτερη θητεία, αλλά παραμένει το κεντρικό πολιτικό πρόσωπο της εκλογικής αναμέτρησης, βρίσκεται ο υποψήφιος της ακροδεξιάς Αμπελάρδο δε λα Εσπριέγια, με το ψευδώνυμο «ο Τίγρης», ο οποίος υπόσχεται πολιτική μηδενικής ανοχής απέναντι στο οργανωμένο έγκλημα, κατασκευή νέων φυλακών και στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον των καρτέλ. Εκφράζει έναν «μαφιόζικο φασισμό» και επιδιώκει την πλήρη ευθυγράμμιση της Κολομβίας με τις επιδιώξεις της Ουάσιγκτον και την τελειωτική υποταγή της στις ΗΠΑ και οικοδομεί την εκστρατεία του πάνω στον φόβο και την ανασφάλεια.
Οι εκλογές της 21ης Ιουνίου αποτελούν μια επιλογή ανάμεσα στη συνέχιση της προσπάθειας για κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και ειρήνη ή στην επιστροφή σε πολιτικές καταστολής και εξάρτησης από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Κολομβία οδεύει προς μια από τις πιο πολωμένες εκλογικές αναμετρήσεις της σύγχρονης ιστορίας της. Στον πρώτο γύρο ο Ντε λα Εσπριέγια κατέλαβε την πρώτη θέση με 43,74%, ενώ ο Σεπέδα ακολούθησε με 40,90%. Υπήρξαν ωστόσο καταγγελίες για παρατυπίες σε εκλογικά τμήματα. Η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με τον κίνδυνο ανόδου της ακροδεξιάς στην εξουσία με βασικά σημεία τη μαζική επέκταση του σωφρονιστικού συστήματος και στρατιωτική αντιμετώπιση των ένοπλων ομάδων. Οι βουλευτικές εκλογές του Μαρτίου κατέδειξαν μια χώρα διαιρεμένη στη μέση, χωρίς καθαρές κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες. Ακόμη και ο επόμενος πρόεδρος, όποιος κι αν είναι, θα βρεθεί αντιμέτωπος με σοβαρές δυσκολίες στη διαμόρφωση σταθερής κυβερνητικής πλειοψηφίας. Η κάλπη, επομένως, δεν αφορά απλώς την ανάδειξη νέου προέδρου. Πρόκειται για μια αναμέτρηση που θα καθορίσει αν η Κολομβία θα συνεχίσει στον δρόμο των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων και της δύσκολης ειρήνευσης ή αν θα επιστρέψει σε μια περίοδο σκληρής καταστολής και αυξημένης στρατιωτικοποίησης.
Βολιβία: η αντίσταση απέναντι στην πολιτική της λιτότητας
Στη Βολιβία, ο νέος πρόεδρος Ροδρίγο Πας επιχειρεί να εδραιώσει μια σαφή στροφή προς την κεντροδεξιά οικονομική πολιτική και την επαναπροσέγγιση των ΗΠΑ με τη συνεργασία τους και αύξηση του ιδιωτικού τομέα, εγκαταλείποντας τη γραμμή των αριστερών προκατόχων του, Έβο Μοράλες και Λουίς Άρσε. Η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με βαθιά οικονομική κρίση, υψηλό πληθωρισμό και ελλείψεις βασικών αγαθών. Οι κοινωνικές αντιδράσεις είναι μαζικές δηλαδή συνδικάτα, αγρότες, εργάτες και εκπαιδευτικοί βρίσκονται στους δρόμους, ζητώντας την παραίτηση του προέδρου και το τέλος των πολιτικών λιτότητας. Οι αποκλεισμοί δρόμων έχουν παραλύσει τη χώρα, ενώ η κυβέρνηση κάνει λόγο για μειοψηφίες που επιχειρούν αποσταθεροποίηση. Σε μια προσπάθεια όμως, να ανταποκριθεί στην πίεση, ο Πας ανακοίνωσε μείωση κατά 50% των μισθών του ίδιου και των υπουργών του. Αυτή κίνηση δύσκολα φαίνεται ικανή να ανακόψει το κύμα κοινωνικής οργής που διογκώνεται καθημερινά. Παράλληλα, το κοινοβούλιο προχώρησε στην κατάργηση του νόμου που περιόριζε την κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης, ενισχύοντας σημαντικά ην δικαιοδοσία της εκτελεστικής εξουσίας σε μια περίοδο κρίσης. Η πολιτική στροφή της Βολιβίας αποτυπώνεται και στη διεθνή της θέση με την υπογραφή συμφωνίας συνεργασίας με τις ΗΠΑ για την καταπολέμηση των ναρκωτικών όπου σηματοδοτεί την επαναπροσέγγιση μετά από δύο δεκαετίες ρήξης.
Ο Ροδρίγο Πας του δεξιού Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος εκλέχθηκε ως νέος πρόεδρός, τερματίζοντας σχεδόν 20 χρόνια διακυβέρνησης από το «Κίνημα προς τον Σοσιαλισμό» (MAS). Οι εσωτερικές διαιρέσεις στον αριστερό χώρο, σε συνδυασμό με τη βαθιά οικονομική κρίση, είχαν ήδη μειώσει σημαντικά τις πιθανότητες επιστροφής του MAS στην εξουσία. Έξι μήνες μετά την ανάληψη της εξουσίας, η κυβέρνηση Πας βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα μαζικό κύμα λαϊκής δυσαρέσκειας που εξαπλώνεται σε ολόκληρη την κοινωνία εκφράζοντας την οργή τους για τη ραγδαία επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης. Η Βολιβία βιώνει τη σοβαρότερη οικονομική κρίση των τελευταίων δεκαετιών. Ο πληθωρισμός, έφτασε το 14% σε ετήσια βάση τον Απρίλιο, και η πίεση έχει ενταθεί στην εργατική τάξη καθώς και η άνοδος στις τιμές βασικών αγαθών πλήττει ιδιαίτερα τα χαμηλότερα στρώματα.
Από τις αρχές Μαΐου, οι κινητοποιήσεις έχουν κλιμακωθεί, με συνδικάτα και κοινωνικές οργανώσεις να απαιτούν όχι μόνο αλλαγή οικονομικής πολιτικής αλλά και την παραίτηση του κεντροδεξιού προέδρου, με την κυβέρνηση να βρίσκεται υπό ασφυκτική πίεση. Το βασικό αίτημα των διαδηλωτών παραμένει σαφές και είναι ο τερματισμός των πολιτικών λιτότητας και την ανακούφιση των λαϊκών στρωμάτων που σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος της κρίσης. Καθώς η ένταση κλιμακώνεται, το ερώτημα αν η Βολιβία οδεύει προς μια βαθύτερη πολιτική κρίση με απρόβλεπτες συνέπειες. Οι διαδηλωτές φώναζαν «Τι θέλουμε; Την παραίτησή του! Πότε; Τώρα!». Οι κινητοποιήσεις, ξεκίνησαν στις αρχές Μαΐου με απεργία του μεγαλύτερου συνδικάτου της χώρας, και κλιμακώθηκαν σε αποκλεισμό δρόμων και οδοφραγμάτων. Περίπου 50 μπλόκα παρέλυσαν τους βασικούς δρόμους.
Από την ανάληψη της εξουσίας του, μόλις πριν από έξι μήνες, ο Ροδρίγο Πας έχει προχωρήσει σε στροφή της οικονομικής πολιτικής. Ωστόσο, η σύγκρουση ανάμεσα στην κυβερνητική στρατηγική και τα αιτήματα των λαϊκών κινητοποιήσεων δείχνει να βαθαίνει, μετατρέποντας τη Βολιβία σε ένα ακόμη επίκεντρο κοινωνικής και πολιτικής αστάθειας στη Λατινική Αμερική. Με την άρση των περιορισμών στον νόμο του 2020 δίνεται η δυνατότητα στην κυβέρνηση να προχωρήσει σε κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης και ενδεχόμενη κινητοποίηση των ενόπλων δυνάμεων, γεγονός που ανεβάζει κατακόρυφα την ένταση από την πλευρά της. Ταυτόχρονα εξέλιξη αποτελεί και η συμφωνία που υπέγραψε με τις ΗΠΑ για την καταπολέμηση της διακίνησης ναρκωτικών, πλαίσιο μιας πιο στενής συνεργασίας τους με αφορμή δήθεν την αντιμετώπιση των δικτύων διακίνησης και του οργανωμένου εγκλήματος. Η συμφωνία αυτή αποτυπώνει ένα σαφές ενδιαφέρον στην εξωτερική πολιτική της Βολιβίας υπό τον δεξιό πρόεδρο Ροδρίγο Πας, ο οποίος επιχειρεί να ανατρέψει την πορεία των τελευταίων δύο δεκαετιών, όταν η χώρα είχε διακόψει τις διπλωματικές σχέσεις με τις ΗΠΑ επί προεδρίας Έβο Μοράλες.
Κούβα: κυρώσεις, κρίση και πίεση
Στην Κούβα, η πίεση από τις ΗΠΑ κλιμακώνεται εκ νέου. Ο Τραμ προχώρησε στην ένταξη της κρατικής πετρελαϊκής εταιρείας CUPET σε λίστα κυρώσεων, κατηγορώντας την κυβέρνηση της Αβάνας ότι διαχειρίζεται τους ενεργειακούς πόρους προς όφελος της πολιτικής της επιβίωσης, ασκώντας την πολιτική της τιμωρίας εντείνοντας την πίεση μέσω οικονομικών κυρώσεων και περιορισμών στον ενεργειακό εφοδιασμό. Οι συνέπειες είναι ήδη εμφανείς με διακοπές ρεύματος και ελλείψεις καυσίμων. Οι ΗΠΑ εξετάζουν στρατηγικές για την αποδυνάμωση του καθεστώτος και αυτές είναι η οικονομική ασφυξία και η πίεση μέσω απειλών στρατιωτικής επέμβασης.
Η CUPET αποτελεί την εθνική πετρελαϊκή εταιρεία της Κούβας και δραστηριοποιείται στην εξόρυξη, διύλιση και διανομή πετρελαιοειδών, καθώς και στη λειτουργία δικτύου πρατηρίων καυσίμων. Έτσι οι κυρώσεις αυτές προβλέπουν το πάγωμα των αμερικανικών επιχειρήσεων να πραγματοποιούν συναλλαγές μαζί της. Η πίεση έχει ενισχυθεί από τις αρχές του έτους, με την επιβολή νέων περιοριστικών μέτρων και κυρώσεων από τον Τραμπ περιορίζοντας σημαντικά την πρόσβασή της σε καύσιμα και ενεργειακούς πόρους. Τέσσερις μήνες μετά την αυστηροποίηση των αμερικανικών περιορισμών στον ενεργειακό εφοδιασμό, η κατάσταση έχει επιδεινωθεί σημαντικά. Η κρατική εταιρεία ηλεκτρισμού αδυνατεί να εξασφαλίσει σταθερή ηλεκτροδότηση, ενώ τα αποθέματα καυσίμων έχουν σχεδόν εξαντληθεί. Σε πολλές περιοχές της χώρας οι κάτοικοι παραμένουν χωρίς ρεύμα για ημέρες, γεγονός που επηρεάζει και την πρόσβαση σε νερό, τη λειτουργία βασικών υπηρεσιών και τις συνθήκες διαβίωσης εν μέσω υψηλών θερμοκρασιών.
Η πίεση αυτή δεν ξεκίνησε βέβαια φέτος αλλά από την Κουβανική Επανάσταση του 1959. Σήμερα ακόμα η Αμερική προσπαθεί να επιτύχει τον τελικό της στόχο, την αποδυνάμωση ή και την ανατροπή του σημερινού πολιτικού συστήματος της χώρας. Σύμφωνα με τον Κουβανό πρόεδρο, μέσω εντατικοποίηση της οικονομικής πίεσης, προσπαθούν να επιτύχουν να προκληθεί κοινωνική αναταραχή στο εσωτερικό της χώρας καθώς μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως πρόσχημα για εξωτερική παρέμβαση υπό το επιχείρημα της παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας. Ένα άλλο σχέδιο είναι η αύξηση της αμερικανικής επιρροής στις οικονομικές εξελίξεις και, τελικά, την προώθηση πολιτικών αλλαγών. Το τρίτο σενάριο υποδεικνύει μια στρατιωτική επέμβαση βασισμένο σε εξαγγελίες του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο. Μετά την επιβολή του αμερικανικού εμπάργκο στα καύσιμα, η επιδείνωση είναι εμφανής σχεδόν σε κάθε δείκτη δημόσιας υγείας. Γι’ αυτό και το ερώτημα δεν είναι μόνο αν η Κούβα θα αντέξει. Είναι αν ένας λαός που εδώ και δεκαετίες βρίσκεται αντιμέτωπος με αποκλεισμούς, πιέσεις και κυρώσεις θα καταφέρει για ακόμη μία φορά να υπερασπιστεί το δικαίωμά του. Πρόσφατα στην Κούβα ενέκρινε το κοινοβούλιο ένα ευρύ πακέτο μεταρρυθμίσεων όπου περιλαμβάνει εκτεταμένες αλλαγές σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας αναδιάρθρωση κρατικών επιχειρήσεων, με άνοιγμα σε ιδιωτικές και ξένες επενδύσεις, έπειτα την πολιτική πίεσης του Τραμπ απέναντι στην Αβάνα. Η Κούβα επιλέγει να προσαρμοστεί στις πιέσεις, αναζητώντας οικονομική ανάσα.
Από την Κούβα έως τις Άνδεις, η Λατινική Αμερική εμφανίζεται ως πεδίο σύγκρουσης δύο τάσεων μέσα στις κοινωνίες, από τη μία η ενίσχυση συντηρητικών, φιλοαμερικανικών ή ακροδεξιών κυβερνήσεων που προωθούν πολιτικές ασφάλειας και φιλελευθερισμού από την άλλη τα κοινωνικά κινήματα που αντιδρούν στην αύξηση του κόστους ζωής, στις ανισότητες και στις πολιτικές λιτότητας. Το αποτέλεσμα είναι ένα εξαιρετικά ρευστό πολιτικό περιβάλλον, όπου η οικονομική κρίση και η πίεση από την πολιτική του Τραμπ, επηρεάζουν άμεσα τις ισορροπίες. Η Λατινική Αμερική δεν κινείται σε μια ενιαία πολιτική κατεύθυνση. Οι πόλεμοι δεν τελειώνουν πραγματικά, αλλά μετασχηματίζονται. Σε περιοχές όπως η Μέση Ανατολή, οι εκεχειρίες δεν συνοδεύονται από σταθερές ειρηνευτικές συμφωνίες, αλλά από νέα επίπεδα εξοπλισμών και αναδιατάξεις συμμαχιών. Η στρατιωτική βιομηχανία ενισχύεται, ενώ οι μεγάλες δυνάμεις δοκιμάζουν τα όρια της επιρροής τους μέσα από συγκρούσεις. Η πολιτική των ΗΠΑ υπό την κυβέρνηση Τραμπ εντάσσεται σε αυτή τη λογική, όπου η ισχύς προβάλλεται ως το βασικό εργαλείο σταθερότητας.
της Μαρίνα Λύρα

