Αντιφασιστική Φρουρά | Τεύχος 72 | ΦΕΒ 2026
Το NATO (North Atlantic Treaty Organization / Οργανισμός Βορειοατλαντικού Συμφώνου) ιδρύθηκε το 1949 για να ενοποιήσει στρατιωτικά το δυτικό μπλοκ μετά τον Β′ Παγκόσμιο Πόλεμο με πρόσχημα ότι θα αντιμετωπίσει την «σοβιετική απειλή επέκτασης» διασφαλίζοντας τα εδάφη της Δυτικής Ευρώπης απέναντι στην τότε Σοβιετική Ένωση και τον «κρατικό καπιταλισμό». Μέχρι σήμερα η ιμπεριαλιστική συμμαχία έχει λειτουργήσει όχι ως μια «ζώνη άμυνας», αλλά ως ένα όργανο γεωπολιτικής επιβολής, ένα εργαλείο που συνδυάζει στρατιωτική δύναμη, οικονομική εξάρτηση και πολιτική κυριαρχία για τα συμφέροντα των ισχυρότερων μελών του. Η ιστορία του ΝΑΤΟ αναδεικνύει πώς οι στρατηγικές ανάγκες των ισχυρών κρατών, κυρίως των ΗΠΑ, υπερβαίνουν τις διακηρύξεις περί «προάσπισης της ειρήνης», ενώ στην πράξη επιτείνουν στρατιωτικούς ανταγωνισμούς, προωθούν εξοπλισμούς και διασπείρουν στρατιωτικές ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις πέρα από τα αρχικά πλαίσια του Ψυχρού Πολέμου. Η συμπλήρωση 77 ετών δεν αποτελεί μια συνηθισμένη ιστορική επέτειο. Υπενθυμίζει ότι ο πόλεμος δεν αποτελεί ούτε «εξαίρεση», ούτε «αμυντική συνθήκη», αλλά δομικό εργαλείο του καπιταλιστικού συστήματος και του ιμπεριαλισμού. Σηκώνει τείχη μίσους και γεννάει νεκροταφεία για τις εργατικές και πληβείες τάξεις. Στέκεται εμπόδιο στην συμφιλίωση, την κοινωνική πρόοδο και την ευημερία των λαών αυτού του κόσμου.
Ίδρυση και ψυχροπολεμική περίοδος
Η Συνθήκη της Ουάσιγκτον υπογράφηκε στις 4 Απριλίου 1949 από 12 κράτη (ΗΠΑ, Καναδάς, Βέλγιο, Βρετανία, Γαλλία, Δανία, Ισλανδία, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Νορβηγία, Ολλανδία, Πορτογαλία), καθιερώνοντας για πρώτη φορά σε καιρό ειρήνης μια μόνιμη διατλαντική στρατιωτική συμμαχία που θα διαμόρφωνε τις παγκόσμιες ισορροπίες για δεκαετίες. Το Άρθρο 5, η ρήτρα συλλογικής άμυνας, αποτέλεσε το θεμέλιο της ιμπεριαλιστικής συμμαχίας και προέβλεπε ότι η επίθεση εναντίον ενός μέλους συνιστά επίθεση εναντίον όλων. Στο ευρύτερο πλαίσιο της εποχής, και με βάση την δυτική αφήγηση απαντούσε στον φόβο της Σοβιετικής επέκτασης στην Ευρώπη. Στην πράξη, όμως, το Άρθρο 5 δεν λειτούργησε απλώς ως μηχανισμός αποτροπής, αλλά εδραίωσε μια νέα γεωπολιτική πραγματικότητα. Οι στρατιωτικές δομές της Ευρώπης ενοποιήθηκαν και ενσωματώθηκαν στην σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ.
Δύο χρόνια μετά, το 1951, η δημιουργία του Ανώτατου Στρατηγείου Συμμαχικών Δυνάμεων Ευρώπης (SHAPE) και η μόνιμη παρουσία αμερικανικών στρατευμάτων στην Ευρώπη κατέστησαν μια νέα σχέση εξάρτησης, όπου η «ευρωπαϊκή ασφάλεια» θα ήταν άρρηκτα δεμένη με την αμερικανική ισχύ.
Το 1952 εντάχθηκαν στο ΝΑΤΟ η Ελλάδα και η Τουρκία, ως πρώτη φάση επέκτασης. Ήδη από το 1947 με το Δόγμα Τρούμαν, οι ΗΠΑ παρείχαν στις δύο χώρες εκτεταμένη στρατιωτική και οικονομική βοήθεια, επιδιώκοντας ταυτόχρονα να αναχαιτίσουν τη σοβιετική επιρροή και ως στρατηγικό αντίβαρο στις σχέσεις των δύο χωρών. Από τη μία πλευρά, η Ελλάδα ήταν πολιτικά και κοινωνικά βαθιά διχασμένη μετά τον Εμφύλιο, με κατεστραμμένη οικονομία και ισχυρό αντικομμουνιστικό κρατικό μηχανισμό. Από την άλλη, η Τουρκία βρισκόταν σε φάση πολιτικής μετάβασης από το μονοκομματικό κεμαλικό καθεστώς σε πολυκομματικό σύστημα και παράλληλα ήταν κρίσιμο για το ΝΑΤΟ να έχουν ύπο έλεγχο τα στενά Βοσπόρου – Δαρδανελλίων που ενώνουν Μαύρη θάλασσα με Αιγαίο κόντρα στην σοβιετική επιρροή. Ο δυτικός προσανατολισμός των δύο χωρών είχε εδραιωθεί ήδη και με την συμμετοχή τους στον πόλεμο της Κορέας στο πλευρό των αμερικανών.
Το 1955 εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ η Δυτική Γερμανία, αν και είχε ήδη ενσωματωθεί στο δυτικό στρατόπεδο μέσω του Σχεδίου Μάρσαλ και της ευρωπαϊκής οικονομικής συνεργασίας, παρέμενε διαιρεμένη από την Ανατολική Γερμανία σοβιετικής επιρροής. Είχε προηγηθεί η άρση της αποστρατιωτικοποίησης (όρου συνθηκολόγησης των ναζί) και το τέλος του καθεστώτος πολυεθνικής κατοχής στη χώρα. Έτσι, η ένταξη συνοδεύτηκε από τον επανεξοπλισμό και τη δημιουργία ενόπλων δυνάμεων (Bundeswehr), σηματοδοτώντας την οριστική στρατιωτική της ενσωμάτωση στο δυτικό μπλοκ.
Ως απάντηση, μόλις 10 ημέρες μετά, η Σοβιετική Ένωση ίδρυσε το Σύμφωνο της Βαρσοβίας με κράτη της Ανατολικής Ευρώπης (Ανατολική Γερμανία, Αλβανία, Βουλγαρία, Ουγγαρία, Πολωνία, Ρουμανία, Τσεχοσλοβακία), παρουσιάζοντας το νέο στρατιωτικό μπλοκ ως αμυντική απάντηση στη δυτική στρατιωτική ολοκλήρωση. Στην πράξη, αποτέλεσε κατοπτρική δομή του ΝΑΤΟ, δηλαδή μια συμμαχία υπό σοβιετική ηγεμονία, με ενιαία στρατιωτική διοίκηση και πολιτική πειθαρχία. Μάλιστα, δεν λειτούργησε μόνο ως αμυντική συμμαχία, αλλά χρησιμοποιήθηκε και για παρεμβάσεις σε χώρες – μέλη (Ουγγρική επανάσταση του 1956 και Άνοιξη της Πράγας του 1968).
Η ενεργοποίηση δυτικού και ανατολικού μπλοκ συμμαχιών παγίωσε το διπολικό σύστημα. Ο γεωπολιτικός, στρατιωτικός και οικονομικός ανταγωνισμός κλιμακώνεται κατά την ψυχροπολεμική περίοδο με επιτάχυνση της μαζικής κατασκευής όπλων και πυρηνικών σχεδίων αμοιβαίας αποτροπής. Οι ΗΠΑ στο εσωτερικό δυνάμωσαν την αντικομμουνιστική προπαγάνδα στην κοινωνία και τα ΜΜΕ με εκστρατείες φόβου ως συνέχεια του Μακαρθισμού. Η Ευρώπη μετατράπηκε σε σκηνικό πυρηνικής ισορροπίας τρόμου. Στα ΝΑΤΟϊκά κράτη μέλη, οι εξοπλισμοί αυξάνονταν, οι στρατιωτικές βάσεις πολλαπλασιάζονταν και οι στρατιωτικές ασκήσεις μεγάλης κλίμακας γίνονταν κανονικότητα.
Το 1963 ιδρύθηκε η Διάσκεψη Ασφάλειας Μονάχου ως διεθνές φόρουμ για στρατηγικά και αμυντικά ζητήματα ακριβώς για να ενισχυθεί ο διάλογος μεταξύ ΗΠΑ και Δυτικής Ευρώπης μέσα στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου και να ενδυναμωθεί η συνεργασία στο πλαίσιο του NATO. Παρότι δεν είναι θεσμικό όργανο του NATO, έχει διαχρονικά λειτουργήσει ως πολιτικός επιταχυντής σημαντικών εξελίξεων για την ιμπεριαλιστική συμμαχία.
Όμως, στη διαδρομή του ΝΑΤΟ δεν έχουν λείψει και οι ενδοσυμμαχικές εντάσεις. Η Γαλλία αποχώρησε από το στρατιωτικό σκέλος το 1966 για να διασφαλίσει στρατηγική αυτονομία και να περιορίσει την αμερικανική επιρροή στην Ευρώπη, με συνέπειες το κλείσιμο βάσεων και την απομάκρυνση γαλλικών δυνάμεων, ενώ παράλληλα ενισχύθηκε η εθνική πυρηνική της δύναμη. Το 2009 επανεντάχθηκε πλήρως ως αλλαγή της γεωπολιτικής στρατηγικής της με στόχο τον συντονισμό και τη χρήση βάσεων για συμμετοχή σε διεθνείς αποστολές του ΝΑΤΟ σε Αφρική και Ασία. Η Ελλάδα αποχώρησε από το στρατιωτικό σκέλος το 1974 με αφορμή την κρίση στην Κύπρο διαμαρτυρόμενη για την ουδετερότητα του ΝΑΤΟ στο τουρκοκυπριακό. Το 1980 επανεντάχθηκε πλήρως επιβεβαιώνοντας τη σταθερή προσαρμογή της ελληνικής στρατηγικής στα δυτικά γεωπολιτικά συμφέροντα.
Από τον Ψυχρό Πόλεμο στη διαρκή στρατιωτικοποίηση και την παγκόσμια επέκταση
Η Γερμανική Επανένωση, η κατάργηση του Συμφώνου της Βαρσοβίας, η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991 και η σταδιακή διάλυση της Γιουγκοσλαβίας δεν συνεπάγονταν τον τερματισμό και της ΝΑΤΟϊκής συμμαχίας. Το ΝΑΤΟ για να υπερασπίσει τα συμφέροντα του δυτικού μπλοκ μπαίνει σε δεύτερη φάση επέκτασης. Προσελκύοντας πρώην χώρες της σοβιετικής σφαίρας, παρουσίαζε ως «ελεύθερη επιλογή κρατών» την συστηματική επέκταση του σε ένα ευρύτερο πλαίσιο γεωπολιτικής αναδιάταξης δίχως πλέον να νιώθει την «απειλή» ενός δεύτερου πόλου. Για να επιτευχθεί αυτό το ΝΑΤΟ λειτούργησε ως παράγοντας αποσταθεροποίησης της πολιτικής κατάστασης των κρατών της Ανατολικής Ευρώπης και σταθερής στρατιωτικοποίησης της ευρωπαϊκής ηπείρου.
Στη δεκαετία του 1990, στη Διάσκεψη Ασφάλειας Μονάχου άρχισε να διαμορφώνεται το κλίμα υπέρ της διεύρυνσης προς Ανατολική Ευρώπη. Η ενταξιακή επέκταση συνεχίστηκε το 1999 στην κεντρική Ευρώπη με Τσεχία, Ουγγαρία, Πολωνία και το 2004 σε Βαλτική και Βαλκάνια με Βουλγαρία, Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία, Ρουμανία, Σλοβακία, Σλοβενία. Το 2007 στη ΔΑΜ, ο Πούτιν κατηγόρησε δημόσια το NATO για μονοπολικό κόσμο και επέκταση, «σηματοδοτώντας» το τέλος της μεταψυχροπολεμικής «συνεργασίας» Ρωσίας – NATO και «προαναγγέλοντας» για ρώσικες διεκδικήσεις που ακολούθησαν σε Γεωργία (2008) και Ουκρανία (2014, 2022).
Αν και ως συμμαχία κατά την ψυχροπολεμική περίοδο το ΝΑΤΟ δεν πραγματοποίησε πολεμικές επεμβάσεις, η επόμενη περίοδος από την δεκαετία του ‘90 μέχρι σήμερα έχει σηματοδοτήσει τη μετατροπή του ΝΑΤΟ σε δύναμη εκτός της βορειοατλαντικής περιοχής. Από τα Βαλκάνια έως τη Βόρεια Αφρική και την Κεντρική Ασία, η ιμπεριαλιστική συμμαχία σε συντονισμό με το «SHAPE» ανέλαβε ενεργό ρόλο σχεδιασμού και υλοποίησης στρατιωτικών εκστρατειών.
Το 1995, στον πόλεμο της Βοσνίας, το ΝΑΤΟ με πρόσχημα την ανθρωπιστική αναγκαιότητα πραγματοποίησε την πρώτη συντονισμένη πολεμική επέμβαση στην ιστορία του με αεροπορικές επιδρομές, εγκαινιάζοντας μια νέα εποχή ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων.
Το 1999, κατά τη διάρκεια του πολέμου του Κοσόβου, το ΝΑΤΟ αγνοώντας τη μη έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και πραγματοποίησε πολεμική επιχείρηση 78 ημερών με εκτεταμένους βομβαρδισμούς στην Γιουγκοσλαβία. Έτσι κατέστησε σαφές πώς η ιμπεριαλιστική συμμαχία μπορούσε να λειτουργεί εκτός διεθνούς νομικής συναίνεσης όταν τα γεωπολιτικά συμφέροντα το απαιτούσαν.
Το 2001, μετά τις «επιθέσεις» της 11ης Σεπτεμβρίου, ενεργοποιήθηκε από το ΝΑΤΟ το Άρθρο 5 για πρώτη φορά. Η μαζική σφαγή και ισοπέδωση του Αφγανιστάν εξελίχθηκε στη μακροβιότερη στρατιωτική επιχείρηση του ΝΑΤΟ με 20 χρόνια πολέμου που κατέληξαν στην χαοτική αποχώρηση του 2021. Το Αφγανιστάν αποτελεί απόδειξη ότι τα σχέδια και η στρατιωτική επέμβαση και επιβολή της ιμπεριαλιστικής δύσης δεν αναζητούν ούτε οικοδομούν την ασφάλεια και τη σταθερότητα, αλλά φέρνουν διάλυση, βαρβαρότητα και μαζικό θάνατο.
Το 2011, στη Λιβύη, το ΝΑΤΟ εφάρμοσε ζώνη απαγόρευσης πτήσεων και ενεργή στήριξη των αντικαθεστωτικών δυνάμεων για την ανατροπή του Καντάφι, βυθίζοντας τη χώρα σε παρατεταμένο εμφύλιο, αποσταθεροποίηση και καταστροφή μιας ακόμα περιοχής του πλανήτη.
Από το 2009 έως το 2016, το ΝΑΤΟ πραγματοποίησε συνεχείς ναυτικές επιχειρήσεις με στόχο την προστασία των διεθνών θαλάσσιων εμπορικών οδών στον Ινδικό Ωκεανό και κατά μήκος των ακτών της Σομαλίας.
Την τελευταία δεκαετία, επίσης στη Συρία, το ΝΑΤΟ υποστήριξε στρατιωτικά και πολιτικά δυνάμεις κατά του καθεστώτος Άσαντ. Η ιμπεριαλιστική συμμαχία, μέσω αεροπορικών επιδρομών, υποστήριξης αντικαθεστωτικών ομάδων συνέβαλε σε έναν πολυετή εμφύλιο πόλεμο που προκάλεσε εκατομμύρια πρόσφυγες, χιλιάδες θανάτους και διάλυση των κοινωνικών υποδομών και τελικά έφερε στην εξουσία έναν πρώην ανακηρυγμένο «τζιχαντιστή τρομοκράτη».
Από το 2022 στον πόλεμο της Ουκρανίας, το ΝΑΤΟ δεν συμμετέχει άμεσα με μάχιμα στρατεύματα, αλλά χώρες – μέλη του έχουν αναλάβει ρόλο στρατιωτικής και οικονομικής υποστήριξης του καθεστώτος Ζελένσκι που υπερβαίνει τα 300 δις ευρώ μέχρι σήμερα. Παράλληλα, η επέκταση της συμμαχίας με Φινλανδία και Σουηδία και η ενίσχυση της παρουσίας στρατού και χρήσης των ΝΑΤΟϊκών βάσεων στα ανατολικά σύνορα της Ευρώπης εντείνουν την γεωπολιτική ένταση, καθιστώντας σαφές ότι η δράση του ΝΑΤΟ επηρεάζει άμεσα τις περιφερειακές συγκρούσεις και απειλεί τους λαούς Ευρώπης – Ασίας.
Οι αμυντικές δαπάνες και η στρατιωτική βιομηχανία αποτελούν μέτρο στρατιωτικού προσανατολισμού
Το ΝΑΤΟ έχει ισχυρή πολιτική επίδραση στις εθνικές οικονομίες. Ένα καθοριστικό στοιχείο της λειτουργίας του, ειδικά σήμερα, είναι η πίεση προς τα κράτη – μέλη να αυξήσουν τις στρατιωτικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ. Από το 2006, τα κράτη είχαν συμφωνήσει να κατευθύνουν τουλάχιστον το 2% του ΑΕΠ στην άμυνα. Η ίδια η σύγκρουση στην Ουκρανία έχει επαναφέρει τη λογική των μπλοκ και ενισχύει την συζήτηση για στρατιωτικοποίηση της Ευρώπης. Τον τελευταίο χρόνο με την εκλογή του ως πρόεδρος των ΗΠΑ, ο Τραμπ ασκεί έντονη πίεση προς τα ευρωπαϊκά κράτη να αυξήσουν τις δαπάνες τους, απειλώντας ακόμη και με αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ, όχι ως στρατηγική απομονωτισμού, αλλά απαίτηση μεγαλύτερης οικονομικής συνεισφοράς των συμμάχων, αποκαλύπτοντας την εξάρτηση της Ευρώπης από την αμερικανική στρατιωτική ισχύ και οδηγώντας σε αλλαγή πορείας προς μια ευρωπαϊκή στρατιωτική αυτονομία. Στην τελευταία Σύνοδο Κορυφής του 2025, οι ηγέτες των κρατών- μελών δεσμεύτηκαν για στόχο 5% του ΑΕΠ έως το 2035, (3,5% του ΑΕΠ για άμυνα και επιπλέον 1,5% για δαπάνες ασφάλειας και υποδομών).
Καταγραφές για το 2024 εμφανίζουν την Πολωνία στο 4.1% του ΑΕΠ (πολύ πάνω από τον στόχο με έντονη ενίσχυση στο ανατολικό σύνορο), τις ΗΠΑ 3.4% (κορυφαία σε απόλυτους αριθμούς αλλά ποσοστιαία ψηλά σε σχέση με άλλες δαπάνες), την Ελλάδα στο 3.08% (από τις υψηλότερες αναλογίες), τις Εσθονία – Λετονία – Λιθουανία στο 3-4% (αυξημένη πίεση και στρατιωτική προτεραιότητα).
Η εκτόξευση των απαιτήσεων των δαπανών εντείνουν την πίεση στις ευρωπαϊκές οικονομίες για διαρθρωτικές αλλαγές περικοπών των πόρων προς κοινωνικές υπηρεσίες, υγεία, εκπαίδευση και υποδομές προς στρατιωτικές ανάγκες. Είναι μια πολιτική κατεύθυνση που συνοδεύεται από επιχειρήματα περί προστασίας από την ρωσική απειλή, αλλά στην ουσία υπηρετεί μεγάλες βιομηχανίες όπλων και γεωπολιτικές στρατηγικές. Την στιγμή που τα καπιταλιστικά αδιέξοδα γεννούν κρίση και φτωχοποίηση των λαών με τεράστιες κοινωνικές ανισότητες, η μεταφορά δισεκατομμυρίων προς εξοπλιστικά προγράμματα αντικατοπτρίζει τον ανταγωνισμό ΗΠΑ – ΕΕ ως προς την παραγωγή ετοιμοπόλεμου στρατού.
Η Ελλάδα στο ΝΑΤΟ ως τοποτηρητής στην Ανατολική Μεσόγειο
Σήμερα, η εμπλοκή της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ πέρα από απλή συμμετοχή αποκαλύπτει πώς οι ιμπεριαλιστικοί σχεδιασμοί και η στρατιωτική υποδομή προωθούνται με στρατηγικό χαρακτήρα στο έδαφός της.
Η βάση στη Σούδα της Κρήτης αποτελεί το πλέον ενδεικτικό παράδειγμα στρατιωτικής χρήσης ελληνικού εδάφους προς όφελος του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ. Ένα ναυτικό και αεροπορικό κέντρο που μπορεί να φιλοξενεί χιλιάδες στρατιώτες, με ευρύ δίκτυο υποδομών για πλοία, αεροσκάφη και επίγεια δύναμη. Ειδικά, το λιμάνι της Σούδας είναι από τα λίγα στη Μεσόγειο που μπορούν να φιλοξενήσουν αεροπλανοφόρα. Συνολικά η εγκατάσταση αποτελεί βασικό σημείο για την προβολή δύναμης στην Ανατολική Μεσόγειο, την Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή, λειτουργώντας ως κόμβος ανεφοδιασμού, επισκευών, συντήρησης και επιχειρησιακής υποστήριξης.
Η Αλεξανδρούπολη χρησιμοποιείται ως λιμάνι και μαζί με τις εγκαταστάσεις για μεταφορά στρατιωτικού εξοπλισμού και δυνάμεων προς την Ανατολική Ευρώπη.
Η αεροπορική βάση της Λάρισας χρησιμοποιείται για πολυεθνικές ασκήσεις και συνεργασία με ΝΑΤΟϊκές δυνάμεις, επιτρέποντας γρήγορη μετακίνηση δυνάμεων προς Βαλκάνια, Αιγαίο και Μαύρη Θάλασσα. Ενώ παράλληλα χρησιμοποιείται ως αρχηγείο για την ναυτική ευρωπαϊκή επιχείρηση Ασπίδες στην Ερυθρά θάλασσα.
Η αεροπορική βάση της Καλαμάτας χρησιμοποιείται για εκπαίδευση πιλότων, δοκιμές και ασκήσεις ταχείας ανάπτυξης με πρόσβαση στο Ιόνιο και τη Νότια Μεσόγειο.
Αλεξανδρούπολη – Λάρισα – Καλαμάτα – Σούδα αποδεικνύουν ότι η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε δίκτυο στρατιωτικών κόμβων, όχι απλώς ως μέλος αμυντικού συνασπισμού αλλά ως πλατφόρμα προβολής της ΝΑΤΟϊκής ισχύος με ετοιμότητα συμμετοχής σε ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις.
Δική μας σημαία η Κομμουνιστική και όχι η ΝΑΤΟϊκή
Εβδομήντα επτά χρόνια μετά, το ΝΑΤΟ παραμένει κεντρικός άξονας της δυτικής στρατιωτικής «αρχιτεκτονικής» της εκμετάλλευσης και της καταστροφής που φέρνει ο πόλεμος. Η Διάσκεψη Ασφαλείας Μονάχου 2026 είναι ξεκάθαρη στο μήνυμα της φετινής έκθεσης: «ένας κόσμος υπό καταστροφή». Είναι ο κόσμος των ιμπεριαλιστών, του ΝΑΤΟ και της «διαρκούς προετοιμασίας πολέμου». Η ιστορία της ιμπεριαλιστικής συμμαχίας έχει αποδείξει ότι η ειρήνη δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στη διαρκή στρατιωτική προετοιμασία. Η ίδια η λογική της στρατιωτικής βιομηχανίας και των εξοπλισμών αναπαράγει τους ανταγωνισμούς που υποτίθεται αποτρέπει. Σε έναν κόσμο όπου δισεκατομμύρια κατευθύνονται σε όπλα, ενώ κοινωνίες δισεκατομμυρίων εργατών και εργατριών δοκιμάζονται από κρίσεις, η αντιπολεμική κριτική και στράτευση αποτελεί πολιτική ανάγκη. Η γεωπολιτική είναι μέρος της ταξικής πάλης και όχι θεματολογία φόρουμ διπλωματίας των καπιταλιστών. Οφείλουμε να παλέψουμε για την παγκόσμια ειρήνη και συμφιλίωση, κι αυτά προαπαιτούν κοινωνική δικαιοσύνη και ταξική συνεργασία των εργατών σε διεθνιστικό επίπεδο. Ο διεθνισμός είναι πιο επίκαιρος από ποτέ.
Η συμμετοχή της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ δεν ήταν ποτέ ουδέτερη, αλλά αποτελεί στρατηγική επιλογή της εγχώριας αστικής τάξης. Οι ΝΑΤΟϊκές βάσεις στη χώρα αποτελούν ορμητήρια θανάτου. Ο ελληνικός στρατός ξηράς, το πολεμικό ναυτικό και η αεροπορία αποτελούν βραχίονες του ΝΑΤΟ. Είναι χρέος μας να αμφισβητήσουμε τον ρόλο τους στην κοινωνία, να υπονομεύουμε το ελληνικό αξιόμαχο, να δοκιμάσουμε να μπλοκάρουμε την ελληνική πολεμική μηχανή, να μπούμε εμπόδιο στον ελληνικό μιλιταρισμό. Να σπάσουμε τον κρίκο της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας στη χώρα μας και να προβάλλουμε την δυνατότητα κομμουνιστικής εξέγερσης ως έμπρακτη πράξη διεθνιστικής αλληλεγγύης.
K.M.

