Αντιφασιστική Φρουρά | Τεύχος 68 | ΣΕΠΤ 2025

Το αντιεργατικό νομοσχέδιο, που βρίσκεται σε διαβούλευση και θα κατατεθεί σε ψηφοφορία στη Βουλή το Σεπτέμβριο, δεν συνιστά απλώς ένα ακόμα επεισόδιο στην αυταρχική πολιτική της Νέας Δημοκρατίας, αλλά έναν επικίνδυνο σταθμό σε όλη την πορεία της διακυβέρνησής της μέχρι σήμερα. Αλλοιώνει προς το χειρότερο τους όρους απασχόλησης των εργαζομένων, οι οποίοι έχουν ήδη αποδιοργανωθεί από τις πολιτικές λιτότητας των τελευταίων ετών. Η πληγή είναι ανοικτή και η κυβέρνηση συνεχίζει να την επιδεινώνει.

Μία σειρά από άρθρα προσφέρει ένα αναβαθμισμένο πλαίσιο εκμετάλλευσης των εργαζομένων από τους εργοδότες. Πρόκειται για ένα σαφές μήνυμα που θα ενισχύσει το θράσος των αφεντικών απέναντι στους εργαζομένους. Η ανάγκη για μεγαλύτερο πλουτισμό θα έρθει σε σφοδρή σύγκρουση με την ανάγκη για επιβίωση, με τη Νέα Δημοκρατία να προσφέρει γη και ύδωρ για την ενίσχυση αυτού του κανιβαλισμού.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η ρευστότητα από το Ταμείο Ανάκαμψης και την επιδοματική πολιτική, όπως αυτή του ΟΠΕΚΕΠΕ, δεν επαρκεί για όλους. Η οικονομική κρίση, μέσα από τη γενικευμένη ανασφάλεια που προκαλεί στην κοινωνία, δίνει τη δυνατότητα σε τμήματα του κεφαλαίου να απαιτούν μεγαλύτερες οικονομικές εξυπηρετήσεις. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την όξυνση του ανταγωνισμού, χωρίς όλοι να μένουν ικανοποιημένοι.

Με αυτόν τον τρόπο η κυβέρνηση επιδιώκει να καθησυχάσει το πελατειακό της κοινό και τα οικονομικά συμφέροντα που εξυπηρετεί και, σύμφωνα με τα συστημικά μέσα ενημέρωσης που εκθειάζουν το νομοσχέδιο, φαίνεται να το πετυχαίνει. Ωστόσο, με τη φθορά της στις δημοσκοπήσεις να μην ανακόπτεται, το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών αποτελεί παράγοντα που δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Αν πρέπει να αποτυπώσουμε τον πυρήνα του νομοσχεδίου, κάθε στοιχείο του σπρώχνει πιο βαθιά την ταφόπλακα πάνω στα συμφέροντα των εργαζομένων και για τις ανάγκες του παρόντος κειμένου ξεχωρίζουμε ορισμένα από τα πιο χαρακτηριστικά:
α) 13ωρο στον ίδιο εργοδότη όταν ο προηγούμενος νόμος ‘’Γεωργιάδη’’ είχε προβλέψει 13ωρο σε 2 εργοδότες. Η Νέα Δημοκρατία επιτιθέμενη στα εργατικά συμφέροντα ήδη μεριμνά, κάθε φορά για το επόμενο χτύπημα, δείχνοντας πως η επίθεση είναι καλά σχεδιασμένη και σε βάθος χρόνου ώστε να φέρει σε πολύ δύσκολη θέση τους εργαζομένους καθώς στην περίοδο της οικονομικής κρίσης η διαπραγματευτική ικανότητά τους μειώνεται ακόμα περισσότερο. Τόσοι περιμένουν στη γωνία, όποιος δε θέλει να ζει για να δουλεύει μπορεί να πεθάνει.

β) Δυνατότητα πρόσληψης για μόλις δύο ημέρες! Αυτό προσφέρει τρία μεγάλα πλεονεκτήματα στους εργοδότες, με ένα σημαντικό να βρίσκεται στην αδυναμία των εργαζομένων να διαθέτουν τον απαραίτητο χρόνο για να οργανωθούν και να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους. Επιπλέον, εμπεδώνεται η αντίληψη ότι οι εργαζόμενοι είναι αναλώσιμοι, πως δεν έχουν ανάγκη από μια σταθερή και αξιοπρεπώς αμειβόμενη εργασία για να οργανώσουν τη ζωή τους. Τέλος, το αντίτιμο των δύο μεροκάματων είναι τόσο μικρό που δύσκολα αξίζει για τον εργαζόμενο να το διεκδικήσει, ειδικά απευθυνόμενος σε θεσμούς που η Νέα Δημοκρατία έχει ήδη αποδυναμώσει τα προηγούμενα χρόνια.

γ) Τέλος, αξίζει να υπογραμμιστεί ότι η κατάργηση των διακοπών άνω των πέντε ημερών μετατρέπει την ανάγκη για ξεκούραση σε ακόμα μεγαλύτερη πολυτέλεια. Ειδικά σε μια περίοδο όπου η τουριστική βιομηχανία, σε συνδυασμό με τη φτωχοποίηση των εργαζομένων, έχουν καταστήσει τις διακοπές «όνειρο θερινής νυκτός», η έλλειψη χρόνου θα επιδεινώσει ακόμη περισσότερο την κατάσταση.

Η στιγμή που το φέρνει δεν είναι τυχαία. Αν οι δυσάρεστες πιέσεις από τμήματα του κεφαλαίου την ανάγκασαν ενδεχομένως να το επισπεύσει, οι πιέσεις από το εργατικό κίνημα παραμένουν επικίνδυνες και αυτό ομολογείται από την επιλογή να το φέρει για ψήφιση λίγες εβδομάδες μετά το νομοσχέδιο που κατέθεσε στις 28 Αυγούστου και προβλέπει την ποινικοποίηση των πολιτικών και συνδικαλιστικών αγώνων των δημοσίων υπαλλήλων.

Το πιο χαρακτηριστικό σημείο του είναι πως εισάγει την άρνηση συμμετοχής στην αξιολόγηση στον κατάλογο των πειθαρχικών παραπτωμάτων. Η ‘’άρνηση υπαλλήλου να λάβει μέρος, να διευκολύνει ή να προβεί στη διαδικασία αξιολόγησης’’ οδηγεί σε χρηματική ποινή δύο μισθών. Εάν ο εργαζόμενος επιμείνει και αρνηθεί να συμμετάσχει για δύο συνεχόμενες αξιολογικές περιόδους, τότε η ποινή κλιμακώνεται έως και την οριστική παύση του.

Η ρύθμιση αυτή, λοιπόν, αντανακλά την πίεση που δέχθηκε η κυβέρνηση το προηγούμενο διάστημα, όταν χιλιάδες εκπαιδευτικοί αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στη διαδικασία.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Χρύσας Χοτζόγλου, η οποία μαζί με τους μαθητές του σχολείου της εμπόδισε τον αξιολογητή να εισέλθει στο σχολικό χώρο, πρακτική που σαφώς ανησύχησε την κυβέρνηση καθώς με αυτόν τον τρόπο εμποδίζεται στην πράξη η διαδικασία που θα οδηγήσει στην απόλυση εργαζομένων που ‘’δεν είναι του γούστου της’’ ενώ ταυτόχρονα ενδυνάμωσε τους αγώνες από την μεριά του εργατικού κινήματος.

Αν μπορεί να εμποδιστεί ο αξιολογητής μία φορά, γιατί δε μπορεί να συμβεί αυτό ξανά;

Αν υπολογίσουμε ότι ουσιαστικά καταργείται και η δυνατότητα έφεσης του εργαζομένου που θα καταδικάζεται από το μοναδικό πειθαρχικό συμβούλιο, το οποίο θα απαρτίζεται αποκλειστικά από νομικούς συμβούλους, δηλαδή από δικηγόρους του κράτους, τότε αποκαλύπτεται πως για την κυβέρνηση η ανυπακοή όχι μόνο δεν την αφήνει αδιάφορη, αλλά την αγχώνει.

Η κυβέρνηση είναι εκδικητικός αντίπαλος και βρίσκει τρόπο να επιτεθεί, ακόμα και όταν νομίζει κανείς ότι έχει πληγωθεί. Εμείς οφείλουμε, να απαντήσουμε με το ίδιο νόμισμα. Να μαθαίνουμε και να βρίσκουμε τρόπο να χτυπήσουμε εκεί που πληγώνεται. Η αλλιώς να ξύσουμε την πληγή της, για την οποία σκούζει εδώ και καιρό.

Γιάννης Μιχάλαρος