Αντιφασιστική Φρουρά | Τεύχος 67 | ΙΟΥΝ 2025
του Γιώργου Κακαρνιά
Δικηγόρου των 10 συλληφθέντων
Η αθώωση των 10 συλληφθέντων της 3.2.2024 για το «αδίκημα» της μη συμμόρφωσης με την απόφαση της ΕΛΑΣ. να απαγορευτούν οριζόντια και αδιάκριτα όλες οι διαδηλώσεις που είχαν προγραμματιστεί για εκείνη την ημέρα. δεν αποτελεί μια απλή «αθώωση λόγω αμφιβολιών» για ένα ήσσονος σημασίας πλημμέλημα όπως αυτό της απείθειας.
Αντιθέτως, αποτελεί ευθεία αμφισβήτηση των νομοθετημάτων (Ν. 4703/2020 και ΠΔ 73/2020) που περιορίζουν τις διαδηλώσεις, υποβαθμίζουν την πολιτική, κοινωνική και νομική τους αξία και δίνουν την δυνατότητα στην Αστυνομία να απαγορεύει όποτε και όπου θέλει, χωρίς έλεγχο νομιμότητας, ενώ ταυτόχρονα υποχρεώνει (επιβάλλοντας ποινικές και άλλες κυρώσεις) τους διαδηλωτές να συνεργάζονται με τα αστυνομικά όργανα.
Οι 10 συλληφθέντες της 3.2.2024 επέλεξαν να παραμείνουν στον δρόμο παρά την απαγόρευση της ΕΛΑΣ, η οποία είχε ανακοινωθεί μόλις την προηγούμενη νύχτα και ενώ ήταν σαφές ότι η αντιπολεμική, διεθνιστική διαδήλωση την οποία είχαν οργανώσει και επιχείρησαν να υλοποιήσουν, δεν είχε καμία σχέση με την συνάθροιση που είχε ανακοινώσει η «Χρυσή Αυγή» μόλις λίγες μέρες πριν και η οποία αποτέλεσε την ευκαιρία που έψαχνε η αστυνομία να απαγορεύσει τους πάντες και τα πάντα.
Το δικαστήριο, με σύμφωνη εισαγγελική πρόταση, αθώωσε άπαντες τους/τις κατηγορούμενους/ες, δεχόμενο ότι βρέθηκαν στην πλατεία Ρηγίλλης ασκώντας το δικαίωμα στην συνάθροιση χωρίς να επαπειλείται σοβαρός κίνδυνος για την δημόσια ασφάλεια και χωρίς να απειλείται σοβαρά η διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής, όπως εντελώς αόριστα και με μεγάλη δόση ασάφειας ανέφερε η απαγόρευση της ΕΛΑΣ.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι σχετικές αποφάσεις της αστυνομίας δεν ελέγχονται ως προς την νομιμότητά τους, αφού ο αστυνομικός διευθυντής μπορεί να ανακοινώσει οποτεδήποτε την απαγόρευση, ενώ ταυτόχρονα ο Νόμος ορίζει ότι αρκεί η αποστολή ενός ενημερωτικού εγγράφου προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα, χωρίς να δίδεται η δυνατότητα ή ο χρόνος υποβολής ενστάσεων, διαφωνιών, αντιρρήσεων κ.λπ. Μάλιστα, ενώ η απόφαση για την απαγόρευση δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης υποτίθεται ότι πρέπει να κοινοποιείται στον οργανωτή «εγκαίρως πριν από τον αιτηθέντα για την πραγματοποίησή της χρόνο», πουθενά δεν ορίζεται τι σημαίνει «εγκαίρως».
Παρέλκει να αναφερθεί η απαράδεκτη και ευθέως αντισυνταγματική πρόβλεψη να υπάρχει «αιτών» ο οποίος να ζητάει από την αστυνομία την άδεια για την άσκηση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι και μάλιστα αυτός να υποχρεούται «να μεριμνά για την ομαλή διεξαγωγή της λαμβάνοντας κάθε αναγκαίο και πρόσφορο μέτρο». Ενώ ταυτόχρονα ο ίδιος ευθύνεται για την αποζημίωση όσων υπέστησαν βλάβη της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της ιδιοκτησίας από τους συμμετέχοντες στη δημόσια υπαίθρια συνάθροιση!
Σημειώνεται δε ότι ο νόμος δεν δίνει ούτε καν στην δικαστική ή στην εισαγγελική Αρχή την δυνατότητα να διαφωνήσει ή να ακυρώσει την απαγόρευση δημόσιας συνάθροισης, καθώς όπως φαίνεται η αστυνομία είναι υπεράνω κάθε άλλης αρχής ή εξουσίας.
Συνοψίζοντας, η πολιτική και νομική υπεράσπιση του δικαιώματος στην διαδήλωση ακούστηκε σθεναρά στο ακροατήριο τόσο από τους μάρτυρες και τους/τις κατηγορούμενους/ες όσο και από τα δεκάδες ψηφίσματα και ανακοινώσεις συμπαράστασης και αλληλεγγύης που κατατέθηκαν και έγινε δεκτή από το δικαστήριο το οποίο δεν υπέκυψε στην κατασταλτική μανία της κυβέρνησης που εδώ και 6 χρόνια έχει δώσει ρεσιτάλ ποινικού λαϊκισμού.
Η αθώωση των 10 συλληφθέντων αποτελεί μία νίκη που θα πρέπει να αξιοποιηθεί και να αποτελέσει παράδειγμα για τις επόμενες διώξεις και τα επόμενα σαθρά κατηγορητήρια στο πλαίσιο της ποινικοποίησης κάθε πολιτικής διαμαρτυρίας.

