Αντιφασιστική Φρουρά | Τεύχος 69 | ΟΚΤ 2025

‘’Ο πάγος έσπασε, ο δρόμος ανοίχτηκε, η πορεία έχει αρχίσει’’!

Με αυτή τη μεταφορική φράση και με θριαμβευτικό τόνο, ο Λένιν επιβεβαίωνε, λίγους μήνες αργότερα σε επιστολή του, τη νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης το 1917. Ο πάγος που κρατούσε τη Ρωσία στη στασιμότητα είχε πλέον σπάσει, χαράζοντας ανεξίτηλα μια νέα πορεία στην ανθρώπινη ιστορία. Από τότε μέχρι και σήμερα και για πάντα, η έφοδος στον ουρανό που τόλμησαν οι Μπολσεβίκοι, θα είναι ένα σημείο αναφοράς, μια πηγή έμπνευσης και ένα ‘’εγχειρίδιο’’ για τις επαναστάσεις και την ολοκλήρωση του έργου που οι πρόγονοί μας οι κομμουνιστές ξεκίνησαν και οραματίστηκαν.

Τίποτα δεν προμήνυε τις ραγδαίες εξελίξεις του 1917. Ο τσάρος έμοιαζε άτρωτος και κανείς και τίποτα δεν φαινόταν ικανό να τον κατεβάσει από τον θρόνο του. Ήταν ένας θρόνος που έδειχνε άθραυστος! Τόσο βαθιά ήταν η πίστη στη δυναστεία των Ρομανόφ, που κληρονομούσε το τσαρικό αξίωμα και καταδυνάστευε τη ρωσική επικράτεια για περισσότερο από τριακόσια χρόνια. Ακόμα και στις παραμονές της ανάφλεξης, οι προνομιούχοι δεν παραιτούνταν από τις “χαρές της ζωής” και δεν έπαυαν να γλεντούν και να απολαμβάνουν τα προνόμια του πλούτου και του εφησυχασμού τους. Ούτε τα μπουμπουνητά του πρώτου ιμπεριαλιστικού πολέμου το 1914 στάθηκαν ικανά για να τους ιδρώσουν. Στο πλάι τους, ένα σύνολο από ευγενείς και κάθε λογής υπηρέτες, γραφειοκράτες παρέμεναν πιστοί, όχι από πεποίθηση, αλλά από τη δύναμη του συμφέροντός και της συνήθειας, αδυνατώντας να διανοηθούν έναν κόσμο που δεν θα εξυπηρετούσε, με τον τότε καθιερωμένο τρόπο, τα συμφέροντά τους.

Ταυτόχρονα, το εργατικό κίνημα της εποχής, στον απόηχο της Επανάστασης του 1905, με την πρωτοπορία των εργατών και των αγροτών, μέχρι και τους πρώτους μήνες του 1917, δυσκολεύεται να ανταποκριθεί σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες. Οι διώξεις και ο ρεβανσισμός του καθεστώτος, που έως το 1908 είχε ανατρέψει τις όποιες δημοκρατικές κατακτήσεις της, οδήγησαν τα κόμματα της πρωτοπορίας στην πολύ-διάσπαση, την παρανομία και στις περισσότερες περιπτώσεις τα μέλη τους κατέληξαν εξορισμένα στο εξωτερικό, μακριά από την καρδιά των γεγονότων.

Μήπως η επανάσταση έπρεπε να απομακρυνθεί από τη μαρξιστική φόρμουλα και να τροποποιηθεί, λόγω της ιδιαιτερότητας της Ρωσίας περιοριζόμενη στα δημοκρατικά αιτήματα; Μήπως η πρωτοπορία όφειλε να χαλαρώσει τη δομή της, αποφεύγοντας τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό, και να αναπτύξει μια διαφορετικού τύπου σχέση με τις καταπιεσμένες τάξεις; Αυτά ήταν μερικά από τα ερωτήματα που μοιραία μάστιζαν τις τάξεις των επαναστατών και επηρέαζαν την συμπεριφορά τους απέναντι στα συμβάντα της περιόδου.

Η πραγματικότητα, όμως, μακριά από τη βιτρίνα των γεγονότων και πίσω από το παρασκήνιο, εκεί όπου κρύβονταν οι πραγματικές αιτίες, εγκυμονούσε εξελίξεις πολύ διαφορετικές από εκείνες που θα επιθυμούσαν και περίμεναν ο τσάρος Νικόλαος Β΄ και ο αποκρουστικός περίγυρός του. Στην αντίπερα όχθη, εκατομμύρια πληβείοι ένιωθαν στο πετσί τους, σε αυτό που τους είχε απομείνει, την εξαθλίωση που προκαλούσε η βιομηχανία, προσανατολισμένη αποκλειστικά στις ανάγκες του πολέμου, ενώ την ίδια στιγμή γίνονταν θεατές στις εκατόμβες των δικών τους νεκρών. Αυτή η συνθήκη δεν σκορπούσε χαμόγελα αλλά έβαζε στη μάχη διαθέσιμους προλετάριους που στη συνέχεια θα λάμβαναν μέρος με ορμή στην επανάσταση.

Παράλληλα, οι στρατιωτικές επιτυχίες που έλειπαν όλο και περισσότερο στο μέτωπο. δημιουργούσαν σαφείς ανασφάλειες στο καθεστώς που έβλεπε πως η πολιτική και η στρατιωτική ισχύς της αυτοκρατορίας, είχαν ρήγματα. Ο πόλεμος αποτέλεσε το θερμοκήπιο μέσα στο οποίο ωρίμασε ο σπόρος της επανάστασης.

Τον Ιανουάριο του 1917, μιλώντας στην Ελβετία, ο Λένιν αμφέβαλλε για το “αν εμείς, οι μεγαλύτεροι, θα ζήσουμε να δούμε τις αποφασιστικές μάχες της επερχόμενης επανάστασης’’. Έξι μόλις εβδομάδες αργότερα, η επανάσταση ξέσπασε στη Ρωσία, στέλνοντας μια για πάντα στο χρονοντούλαπο της ιστορίας τη δυναστεία των Ρομανόφ. Μέχρι τότε, η αισιοδοξία των Μπολσεβίκων είχε κλονιστεί, καθώς η καταστολή και η παρανομία περιόριζαν τη δυνατότητά τους να παρέμβουν στις εξελίξεις. Ωστόσο, οι θέσεις τους παρέμεναν ακλόνητες. Συνέχιζαν να τις επεξεργάζονται και να τις προβάλλουν, ακόμη κι όταν έμοιαζαν μειοψηφικές. Σε συνδυασμό με τη διατήρηση της αντίληψης για την αναγκαιότητα της συνωμοτικής δράσης και της προετοιμασίας για εξέγερση, αποτέλεσαν τα καθοριστικά συστατικά της επιτυχίας.

‘’Η ιδέα μιας διαδήλωσης ωρίμαζε από καιρό ανάμεσα στους εργάτες, μόνο που εκείνη τη στιγμή κανείς δεν ήξερε ακόμη τι θα προέκυπτε από αυτήν’’. Αυτά ήταν τα λόγια ενός μπολσεβίκου εργάτη, του Καγιούροβ, για τη στιγμή της 23ης Φεβρουαρίου, της Διεθνούς Μέρας της Γυναίκας, μιας ημέρας για την οποία δεν υπήρχε καμία πρόθεση κλιμάκωσης του αγώνα, παρά μόνο σκέψεις για επετειακές συγκεντρώσεις και ομιλίες. Το σύνολο των οργανώσεων, συμπεριλαμβανομένων και των μπολσεβίκων, ήταν μουδιασμένο και είχε αναβάλει για κάποια άλλη, απροσδιόριστη στιγμή οποιαδήποτε επαναστατική δράση. Ήταν ξεκάθαρο πως οι αναλύσεις τους έπασχαν από ηττοπάθεια.

Οι διαθέσεις των εργατών, μαζί με τους στρατιώτες που επέστρεφαν ταλαιπωρημένοι από το μέτωπο, ήταν εντελώς διαφορετικές γι’ αυτό και οι πρώτοι, χωρίς να έχουν τις επιφυλάξεις των κομμάτων, προχώρησαν μαζικά σε απεργία. Γυναίκες εργάτριες από υφαντουργεία στην Πετρούπολη βγήκαν στους δρόμους απαιτώντας “Ψωμί και Ειρήνη!”. Γρήγορα τα αιτήματα των εξεγερμένων αναβαθμίστηκαν καλώντας για ανατροπή της απολυταρχίας. Πλήθος λαού σκέπαζε τους δρόμους και τις πλατείες της Αγίας Πετρούπολης. Οι αξιωματικοί έσπευσαν να απομακρύνουν τα στρατεύματα τους που προορίζονταν για να καταστείλουν τους εργάτες. Αντίστοιχη μεταστροφή, μπροστά στο αποφασισμένο πλήθος, εκδηλώθηκε και στους Κοζάκους, ιδιαίτερες ομάδες, ενταγμένες επίσημα στην υπηρεσία του τσάρου και γνωστές για την στρατιωτική τους παράδοση. Ακόμα και όταν ο στρατός, σε ορισμένες περιπτώσεις, πυροβολούσε στον αέρα, οι μάζες των εργατών απαντούσαν με γέλια. Όταν οι στρατιώτες άνοιγαν πυρ στο πλήθος και οι πυροβολισμοί σταματούσαν, οι εργάτες ξανασυγκεντρώνονταν γρήγορα και απαντούσαν με πέτρες και κομμάτια πάγου.

Μέχρι τις 27 Φεβρουαρίου η Πετρούπολη είχε πια περάσει στα χέρια των επαναστατημένων. Την ίδια μέρα αναγεννήθηκε το Σοβιέτ των Εργατών και των Στρατιωτών της Πετρούπολης. Η μνήμη από την πρώτη προσπάθεια σύστασης των Σοβιέτ, στην εξέγερση του 1905, ήταν νωπή. Δεν ήταν όμως μια απλή επιτροπή, αλλά μια ζωντανή, αυθόρμητη μορφή λαϊκής εξουσίας, που έβγαινε μέσα από τα ίδια τα εργοστάσια και τους στρατώνες.

Εκείνη τη στιγμή, τα περισσότερα στελέχη των μπολσεβίκων, βρέθηκαν στο εξωτερικό και οι άλλες πολιτικές δυνάμεις εκμεταλλεύτηκαν άμεσα τις επαναστατικές εξελίξεις. Παρ’ όλα αυτά, κατάφεραν να ανασυγκροτηθούν σύντομα, με τους Σλιάπνικωφ, Ζαλούτσκυ και Μολότωφ, πολύ νεαρά μέλη του κόμματος που ανέλαβαν το δύσκολο έργο της καθοδήγησης του ρωσικού γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής με έδρα την Πετρούπολη. Τοποθετήθηκαν ικανοποιητικά, διατηρώντας τον διεθνιστικό χαρακτήρα που έπρεπε να πάρει η Επανάσταση και καταδικάζοντας την αστικοδημοκρατική Προσωρινή Κυβέρνηση που είχε ήδη συσταθεί. Ειδικά το τελευταίο σκέλος είχε τη μοναδικότητα του στις αναλύσεις εκείνων των ημερών. Η συμβολή τους ήταν καθοριστική, καθώς προετοίμασαν το έδαφος για τις μετέπειτα εξελίξεις.

Για πρώτη φορά, οι εργάτες και οι στρατιώτες άρχισαν να αισθάνονται ότι μπορούσαν οι ίδιοι να καθορίσουν τη μοίρα τους. Η ανεπάρκεια των γεγονότων του 1905 άνηκε στο παρελθόν, εκδιώκοντας κάθε στοιχείο ανασφάλειας και φόβου. Ο τσάρος Νικόλαος Β’, βλέποντας ότι είχε χάσει τον στρατό και την υποστήριξη των αξιωματούχων του, παραιτήθηκε στις 2 Μαρτίου. Έτσι τερματίστηκε η δυναστεία των Ρομανόφ, μετά από πάνω από τριακόσια χρόνια εξουσίας.

Οι περίφημες ‘’Θέσεις του Απρίλη’’, το πολιτικό πρόγραμμα που παρουσίασε ο Λένιν μόλις επέστρεψε από την εξορία, με τα σημερινά δεδομένα και την ταχύτητα της τεχνολογίας, θα μπορούσαν κάλλιστα να έχουν γίνει ‘’Θέσεις του Μάρτη’’ ή ακόμη και του Φλεβάρη. Το τρένο που μετέφερε τον Λένιν στην Ρωσία ταξίδευε για μέρες και η ανυπομονησία του ηγέτη αυξανόταν.

Η Επανάσταση του Φεβρουαρίου διέψευσε αυταπάτες, αλλά ταυτόχρονα, ανάμεσα στις πολλές πολιτικές οργανώσεις που την υποδέχθηκαν, υπήρχε ένα ευέλικτο κόμμα που δεν δίστασε να προσαρμοστεί στις συνθήκες, να ξεπεράσει κάθε δισταγμό και να προχωρήσει πολύ πιο πέρα απ’ ό,τι φαντάζονταν ακόμη και όσοι συμμετείχαν σε αυτό. Ούτε η μικρή συμμετοχή τις προηγούμενες εβδομάδες το εμπόδισε να προωθήσει την σοσιαλιστική επανάσταση και να μην αρκεστεί στην ήδη διαδραματιζόμενη αστική επανάσταση.

Δύο παράγοντες έπαιξαν ρόλο. Ο πρώτος βασιζόταν στη λανθασμένη πεποίθηση ότι μια επανάσταση ήταν πιο πιθανό να συμβεί σε μια ευρωπαϊκή χώρα, όπου η εκβιομηχάνιση της παραγωγής είχε ολοκληρωθεί, δεν υπήρχαν φεουδαρχικά κατάλοιπα και η πλειοψηφία του πληθυσμού δεν αποτελούνταν από αγρότες που αδυνατούν να ηγηθούν μιας σοσιαλιστικής επανάστασης. Αυτή η ανάλυση προέκυπτε κυρίως από την απαισιοδοξία που είχε κυριαρχήσει στις τάξεις των επαναστατών, θύματα πολλών χρόνων διωγμών και καταστολής, και ήταν γενικά αποδεκτή από όλες τις οργανώσεις. Αυτή η πεποίθηση άλλαξε άρδην μετά τα γεγονότα του Φεβρουαρίου που απέδειξαν πως υπάρχει εναλλακτικός δρόμος, ειδικά μέσω της εμπλοκής των μαζών που φέρνουν πολλές φορές απρόβλεπτα αποτελέσματα. Οι Μπολσεβίκοι μπορούσαν να το αντιληφθούν και το κατάφεραν αρκετά γρήγορα.

Ο δεύτερος παράγοντας στηριζόταν σε μια εκτίμηση που, άλλες φορές εμφανιζόταν πιο έντονα, άλλες λιγότερο, αλλά συναντάται συχνά στις αναλύσεις του Λένιν και του Τρότσκι μετά την επανάσταση του 1905. Την ανάγκη, το προλεταριάτο να μην αφήσει την πολιτική εξουσία στην περίπτωση που την καταλάβει. ‘’Νίκη του προλεταριάτου σημαίνει με τη σειρά της παραπέρα συνεχή πρόοδο της επανάστασης’’ έλεγε ο Λένιν από τον Σεπτέμβριο του 1905. ‘’Έχοντας καταλάβει την εξουσία το προλεταριάτο θα πολεμούσε για αυτήν του την εξουσία μέχρις εσχάτων’’ κατέληγε λίγους μήνες αργότερα, σε ανάλυσή του ο Τρότσκι. Η αντίληψη που επέτρεψε στους επαναστάτες να κατανοήσουν τις συνέπειες των νέων γεγονότων είχε κυοφορηθεί και καλλιεργηθεί σε βάθος χρόνου.

Λόγω των ιδιομορφιών που παρουσίαζε η Ρωσία και στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης του καπιταλισμού, το ρωσικό προλεταριάτο έδειχνε στην πάλη του μεγάλη ωριμότητα, ένα χαρακτηριστικό που σε άλλες χώρες επιτυγχανόταν μόνο μετά από πολύ καιρό. Το όπλο της απεργίας και του λοκ-άουτ αγκαλιάστηκε γρήγορα, και τα αιτήματα, κατά κύριο λόγο, δεν περιορίζονταν στον συντεχνιασμό, αλλά αντικατόπτριζαν ανησυχίες που αφορούσαν τη διακυβέρνηση ολόκληρης της κοινωνίας και τον συλλογικό έλεγχο της παραγωγής.

Οι ‘’Θέσεις του Απρίλη’’ που προωθούσαν την συνέχεια της επανάστασης και τη μετατροπή της σε Σοσιαλιστική, κατάφεραν να βρουν γόνιμο έδαφος, αν και στην αρχή αντιμετωπίστηκαν με επιφυλακτικότητα. Η τόσο μισητή δυναστεία των Ρομανόφ και ο τσάρος, ως ανώτατο αξίωμα μιας δομής εξουσίας που πλέον είχε διαλυθεί, ανήκαν πλέον στο παρελθόν και όχι με εύκολο τρόπο. Τι περισσότερο μπορούσαν να ζητήσουν οι καταπιεσμένοι; Παράλληλα η προσκόλληση όλων των υπολοίπων κομμάτων στη θέση ότι η επανάσταση έπρεπε να παραμείνει αστικοδημοκρατική, ολοκληρώνοντας δηλαδή τα “βήματα” της αστικής δημοκρατίας χωρίς να αγγίξει άμεσα την εξουσία του κεφαλαίου, δε βοηθούσε τις νέες βλέψεις των Μπολσεβίκων που κατάφεραν όμως να εκμεταλλευτούν τις νέες αντιφάσεις που παρουσίαζε η πολιτική περίοδος. Με βασικό σύνθημα ‘’Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ’’, τα οποία ήδη είχαν σχηματιστεί μετά τη Φεβρουαριανή Επανάσταση, κυρίως στις μεγάλες πόλεις και τα βιομηχανικά κέντρα της Ρωσίας, οι επαναστάτες καυτηρίαζαν την Προσωρινή, αστική Κυβέρνηση. Την κατηγορούσαν ως μια κυβέρνηση καπιταλιστών που επέμενε στη συμμετοχή της Ρωσίας στον πόλεμο, αγνοώντας εκ φύσεως την ανάγκη για την ευημερία του λαού και αδιαφορώντας για τον τερματισμό των αιτίων που γεννούσαν θάνατο και φτώχεια.

Μέσω των Εργατικών Συμβουλίων, το ζήτημα της κατάληψης και άσκησης της εξουσίας από το προλεταριάτο κατάφερε να ξεφύγει από την αοριστολογία και να δώσει για πρώτη φορά στο επαναστατικό σχέδιο των Μπολσεβίκων συγκεκριμένο σχήμα. Η δυναμική του θεσμού κατάφερε να ξεπεράσει τον πρωταρχικό ρόλο στον οποίο αποσκοπούσε, ως ένα απαραίτητο συμπλήρωμα για τη μετάβαση από τη μοναρχία στην αστική δημοκρατία, και να δώσει δυνατότητα εξουσίας στους εργάτες και τους στρατιώτες. Τα Σοβιέτ επέβλεπαν τη λειτουργία των εργοστασίων και τη διανομή της παραγωγής, ενώ τα Σοβιέτ των στρατιωτών επηρέαζαν την πειθαρχία στα στρατόπεδα και καθοδηγούσαν τις αποφάσεις των στρατιωτών. Σε πόλεις και χωριά, συγκέντρωναν τρόφιμα, καύσιμα και είδη πρώτης ανάγκης, λειτουργώντας ταυτόχρονα ως μεσολαβητές ανάμεσα στον λαό και τις αρχές και αναλαμβάνοντας θέματα καθημερινότητας και δημόσιας τάξης. Ήταν εμφανές πως, όσο περνούσε ο καιρός και με την απαραίτητη καθοδήγηση, τα Εργατικά Συμβούλια αποκτούσαν έναν αναβαθμισμένο, κεντρικό ρόλο, χωρίς να χρειάζεται να δίνουν διαπιστευτήρια ή να είναι υπόλογα σε κάποια ανώτατη αρχή. Τα Σοβιέτ έγιναν οι θεματοφύλακες μιας ‘’δικτατορίας του προλεταριάτου’’, που μέχρι τότε παρέμενε κατά βάθος μια αποκλειστικά θεωρητική σύλληψη του Μαρξ και δεν είχε ακόμη σημαντική ζωντανή εφαρμογή. Εξαίρεση αποτέλεσε η Παρισινή Κομμούνα, η οποία όμως, δεν κατάφερε να διατηρηθεί για περισσότερο από περίπου δύο μήνες και υπήρξε ένα μοναδικό, γεωγραφικά περιορισμένο ιστορικό παράδειγμα, δεν ενέπνεε επαρκή εμπιστοσύνη στα μάτια των επαναστατών για το ενδεχόμενο μιας εξέγερσης που θα εκτεινόταν σε ολόκληρη τη χώρα, πόσο μάλλον στην αχανή ρωσική επικράτεια.

Η Προσωρινή Κυβέρνηση, αποτελούμενη από έναν διοικητικό μηχανισμό που βρισκόταν στα χέρια της αστικής τάξης και παλιών αξιωματούχων, πιεζόταν τόσο από τους συμμάχους της στον πόλεμο όσο και από τους στόχους για την εγκαθίδρυση μιας αστικής δημοκρατίας, η οποία δεν χωρούσε καμία ανταγωνιστική ή εναλλακτική εξουσία. Έκανε τα πάντα για να περιορίσει το προλεταριάτο και να ανατρέψει τα σχέδιά του. Ψήφισε νέους νόμους για να καταπραΰνει την οργή του κόσμου, εξέδωσε διατάγματα και οργάνωσε συναντήσεις για την αντιμετώπιση του επισιτιστικού προβλήματος, διατήρησε τη συμμετοχή της Ρωσίας στον πόλεμο και προσπάθησε να επιβάλει τον έλεγχο στα Σοβιέτ και στους στρατιώτες. Παρά την καταστολή κινητοποιήσεων και τις συνεχείς προσπάθειες διαχείρισης των κρίσεων, όλες αυτές οι ενέργειες δεν κατάφεραν να αποτρέψουν την οριστική νίκη της Σοσιαλιστικής Επανάστασης, με την επέμβαση στα Χειμερινά Ανάκτορα στις 25 Οκτωβρίου να σηματοδοτεί το αποκορύφωμα των γεγονότων.

Ο ιδεολογικός και πολιτικός οδηγός της Οκτωβριανής Επανάστασης που πραγματοποιήθηκε λίγους μήνες αργότερα είχε ολοκληρωθεί.

του Σιμαρόν